Δικαιώματα κατηγορουμένου - Παράνομο αποδεικτικό υλικό στην ποινική δίκη

Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε ποινικές υποθέσεις ηλεκτρονικού εγκλήματος που εμπεριέχουν άρση του απορρήτου των επικοινωνιών υπό το πρίσμα της ποινικής ΟλΑΠ 1/2026

ΠΟΙΝΙΚΆΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΌ ΈΓΚΛΗΜΑ

8/13/2026

Η ακυρότητα πράξεων της προδικασίας υπό το πρίσμα της υπ' αριθμ. 1/2026 απόφασης της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Παρατηρήσεις επί εισαγγελικής πρότασης (2987/2026) για κακούργημα πορνογραφίας ανηλίκων

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Το ιστορικό της υπόθεσης

Η υπό εξέταση εισαγγελική πρόταση, που απευθύνεται στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφορά ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος κατηγορουμένου για την κακουργηματική πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 14, 16, 18, 26 εδ. α΄, 27 παρ. 1, 51, 52, 79, 98, 348Α ΠΚ). Η δικογραφία διένυσε μακρά πορεία: από την άσκηση της ποινικής δίωξης το 2019, τη διεξαγωγή κύριας ανάκρισης, την επιβολή περιοριστικών όρων και τη διαδοχική διάταξη συμπληρωματικών ανακριτικών πράξεων έως και το 2026, οπότε και συντάχθηκε η κρινόμενη πρόταση.

Το κομβικό νομικό ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά τόσο την ουσία της κατηγορίας –για την οποία, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πρότασης, συνέτρεχαν κατά την Εισαγγελέα επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ανεξαρτήτως της τύχης συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου– όσο η διαδικαστική νομιμότητα της αποδεικτικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά τη συλλογή και επεξεργασία του ψηφιακού υλικού. Πρόκειται, ειδικότερα, για το ζήτημα της τήρησης των χρονικών ορίων άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών κατά την εξέταση κατασχεθέντων ψηφιακών μέσων (φορητού υπολογιστή και σκληρού δίσκου), και των συνεπειών που η μη τήρησή τους συνεπάγεται για το κύρος της προδικασίας.

ΙΙ. Το νομικό πλαίσιο της απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ)

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, επέρχεται όταν παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Η διάταξη αυτή έχει παγίως χαρακτηρισθεί από τη θεωρία ως διάταξη-πλαίσιο: δεν απαριθμεί εξαντλητικά τις επιμέρους περιπτώσεις παραβίασης, αλλά οριοθετεί ένα γενικό πεδίο προστασίας, εντός του οποίου υπάγεται κάθε παραβίαση διαδικαστικού κανόνα που πλήττει ουσιωδώς τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Δεν απαιτείται, δηλαδή, ρητή πρόβλεψη ακυρότητας από συγκεκριμένη επιμέρους διάταξη· αρκεί η υπαγωγή της παράβασης στο γενικό πλαίσιο του άρθρου 171. Η λογική της ρύθμισης είναι διττή: αφενός εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον για ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αφετέρου –και κυρίως– αποτελεί εργαλείο δικονομικής άμυνας του κατηγορουμένου έναντι παραβιάσεων που πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος υπεράσπισης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο χρόνος και ο τρόπος προβολής της απόλυτης ακυρότητας. Κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ, οι ακυρότητες της προδικασίας μπορούν να προταθούν έως ότου καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, με προσφυγή στο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών· άλλως, καλύπτονται. Οι ακυρότητες αυτές, σε αντίθεση με εκείνες που ανακύπτουν κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, δεν μπορούν πλέον να προβληθούν στο ακροατήριο. Η ορθή, συνεπώς, νομική οδός –την οποία και ακολούθησε η υπεράσπιση στην κρινόμενη υπόθεση– είναι η έγκαιρη υποβολή σχετικού αιτήματος αποχωρισμού παράνομου αποδεικτικού μέσου ενώπιον του ανακριτικού και εν συνεχεία του δικαστικού συμβουλίου, πριν καταστεί αμετάκλητη η παραπεμπτική κρίση.

ΙΙΙ. Η νομική βάση του αιτήματος αποχωρισμού: το χρονικό όριο άρσης του απορρήτου

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 4-6 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για τη διακρίβωση κακουργημάτων –μεταξύ των οποίων και η πορνογραφία ανηλίκων του άρθρου 348Α παρ. 4 ΠΚ– διατάσσεται με διάταξη του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, η ισχύς της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες, με δυνατότητα διαδοχικών παρατάσεων έως συνολικά δέκα μηνών (αντιστοίχως δώδεκα μηνών υπό το προϊσχύσαν καθεστώς), υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι της άρσης. Το ίδιο καθεστώς διατηρείται, κατ' ουσίαν, και υπό τον ήδη ισχύοντα ν. 5002/2022 (άρθρο 8 παρ. 4).

Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την εισαγγελική πρόταση, το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που διέταξε την άρση του απορρήτου εκδόθηκε χωρίς να τεθεί ο ανώτατος δίμηνος χρονικός περιορισμός που ο νόμος επιβάλλει, με αποτέλεσμα η μετέπειτα εξέταση του περιεχομένου των κατασχεθέντων ψηφιακών μέσων από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία έλαβε χώρα μετά την παρέλευση του διμήνου, να διενεργείται άνευ έγκυρου νόμιμου ερείσματος. Το επιχείρημα ότι επρόκειτο για άπαξ και στιγμιαία εξέταση ήδη καταγεγραμμένων, παρελθοντικών δεδομένων –και όχι για διαρκή παρακολούθηση μελλοντικών επικοινωνιών– δεν αναιρεί, κατά την ορθή ερμηνευτική εκδοχή που υιοθέτησε η Εισαγγελέας, την υποχρέωση τήρησης του χρονικού πλαισίου, δεδομένου ότι η συνταγματική προστασία του απορρήτου εκτείνεται και στα αποθηκευμένα δεδομένα όσο αυτά παραμένουν στα ψηφιακά συστήματα του χρήστη ή του παρόχου.

Η παραβίαση αυτή, κατά την ορθή νομική εκτίμηση, δεν συνιστά απλή διαδικαστική πλημμέλεια αλλά παράνομη απόκτηση αποδεικτικού μέσου, κατά την έννοια του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, αντίθετη προς το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, με άμεση συνέπεια τη μη αξιοποιησιμότητά του και τον αποχωρισμό του από τη δικογραφία.

IV. Ο καθοριστικός ρόλος της υπ' αριθμ. 1/2026 απόφασης της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Το ερμηνευτικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση της Εισαγγελέως διαμορφώθηκε αποφασιστικά από την πρόσφατη νομολογία της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και ιδίως από την υπ' αριθμ. 1/2026 απόφασή της, η οποία έλυσε οριστικά ένα ζήτημα με σοβαρές πρακτικές προεκτάσεις για τη διαχείριση κάθε δικογραφίας που εμπεριέχει ψηφιακά αποδεικτικά μέσα.

Με την απόφαση αυτή, το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται τόσο το περιεχόμενο όσο και τα μεταδεδομένα και τα αποθηκευμένα δεδομένα που περιέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών, με αποτέλεσμα η άρση τους να απαιτεί την τήρηση των εγγυήσεων του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022. Η Ολομέλεια, κρίνοντας κατά πλειοψηφία επί υπόθεσης που αφορούσε έρευνα σε αποθηκευμένες συνομιλίες μέσω εφαρμογών OTT (Viber κ.ά.) στο πλαίσιο διεθνούς δικαστικής συνδρομής, δέχθηκε ότι η λήξη μιας επικοινωνίας δεν συνεπάγεται και τη λήξη της συνταγματικής της προστασίας, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αποθηκευμένα μηνύματα να προϋποθέτει την τήρηση της αυστηρής νόμιμης διαδικασίας άρσης απορρήτου. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν επιτρέπεται εφάπαξ, γενική άδεια έρευνας παρελθοντικών δεδομένων για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά η διαδικασία πρέπει να είναι κλιμακωτή ανά δίμηνο, ώστε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, καταλήγοντας ότι η παράλειψη του αρμόδιου δικαστικού οργάνου να αιτιολογήσει την παράταση του μέτρου πέραν του πρώτου διμήνου καθιστά την έρευνα μη σύννομη.

Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο νομολογιακό επεισόδιο, αλλά εντάσσεται σε μία συνεκτική νομολογιακή γραμμή που η ίδια η Πλήρης Ποινική Ολομέλεια είχε ήδη χαράξει με τις προγενέστερες υπ' αριθμ. 4/2024 και 5/2024 αποφάσεις της, με τις οποίες είχε κριθεί ότι συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εφάπαξ και για το παρελθόν άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών, για διάστημα άνω του διμήνου και χωρίς τη συνδρομή λόγων παράτασης. Η υπ' αριθμ. 1/2026 απόφαση επεξέτεινε ρητώς την αρχή αυτή και στις σύγχρονες μορφές ψηφιακής επικοινωνίας (OTT πλατφόρμες, αποθηκευμένα δεδομένα σε έξυπνες συσκευές), κλείνοντας έτσι ένα ερμηνευτικό κενό που η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη είχε δημιουργήσει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση δεν ελήφθη ομόφωνα: μειοψηφία πέντε Αρεοπαγιτών υποστήριξε ότι η συνταγματική προστασία του απορρήτου περιορίζεται στο στάδιο της διαβίβασης του μηνύματος και παύει να ισχύει άπαξ αυτό αποθηκευθεί στη συσκευή του χρήστη, εκφράζοντας ανησυχία για τις επιπτώσεις της αυστηρής ερμηνείας στην αποτελεσματικότητα της δίωξης σοβαρών εγκλημάτων. Η πλειοψηφία, ωστόσο, έκρινε ότι υπερισχύει η θωράκιση των ατομικών δικονομικών εγγυήσεων του πολίτη, θέση που αντανακλά τη σταθερή τάση της ελληνικής ανώτατης νομολογίας να εξισορροπεί την αποτελεσματικότητα της ποινικής καταστολής με τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμη και σε υποθέσεις ιδιαίτερα σοβαρού κοινωνικού αντικτύπου.

V. Ο καθοριστικός ρόλος της απόφασης στη διαχείριση των ποινικών δικογραφιών

Η πρακτική σημασία της υπ' αριθμ. 1/2026 απόφασης για τη μεταχείριση εκκρεμών και μελλοντικών ποινικών δικογραφιών είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτή μιας συνήθους ακυρωτικής κρίσης, για τρεις λόγους:

Πρώτον, καθιερώνει ενιαίο, δεσμευτικό ερμηνευτικό κανόνα για το χρονικό εύρος της άρσης απορρήτου επί αποθηκευμένων ψηφιακών δεδομένων, κανόνα τον οποίο υποχρεούνται πλέον να ακολουθούν ανακριτικές αρχές, εισαγγελείς και δικαστικά συμβούλια σε κάθε υπόθεση όπου εμπλέκεται εξέταση κατασχεθέντων ηλεκτρονικών μέσων (υπολογιστών, κινητών τηλεφώνων, σκληρών δίσκων) – δηλαδή στη συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων ποινικών ερευνών.

Δεύτερον, μεταθέτει το βάρος της επιμέλειας στις διωκτικές και δικαστικές αρχές: η μη τήρηση, ή η μη επαρκής αιτιολόγηση, της κλιμακωτής ανά δίμηνο παράτασης της άρσης απορρήτου δεν αποτελεί πλέον επουσιώδη τυπικότητα, αλλά οδηγεί σε ανεπίτρεπτο, παράνομο αποδεικτικό μέσο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μοίρα ολόκληρων δικογραφιών οι οποίες, ενίοτε, εδράζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ψηφιακά τεκμήρια.

Τρίτον, όπως καταδεικνύει και η υπό εξέταση εισαγγελική πρόταση, η απόφαση λειτουργεί πλέον ως γενικό κριτήριο ελέγχου νομιμότητας που εφαρμόζεται αναδρομικά και σε δικογραφίες προγενέστερες της έκδοσής της, εφόσον η σχετική ένσταση ακυρότητας προβάλλεται εγκαίρως κατά τα άρθρα 171 και 174 ΚΠΔ. Η Εισαγγελέας, στην κρινόμενη υπόθεση, δεν δίστασε να αποδεχθεί το αίτημα αποχωρισμού των παράνομα αποκτηθέντων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, ακριβώς διότι όφειλε να συμμορφωθεί προς την πλέον πρόσφατη και δεσμευτική ερμηνεία του Ανωτάτου Ακυρωτικού.

Ταυτόχρονα, πρέπει να επισημανθεί ότι η αποδοχή της ακυρότητας ενός επιμέρους αποδεικτικού μέσου δεν συνεπάγεται αυτόματα την ατιμωρησία ή την κατάρρευση της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εισαγγελέας έκρινε ότι, παρά τον αποχωρισμό των παράνομα αποκτηθέντων εκθέσεων, τα λοιπά, νομίμως συλλεγέντα στοιχεία της δικογραφίας παρέμεναν επαρκή για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η απόφαση 1/2026, συνεπώς, δεν λειτουργεί ως εργαλείο συστηματικής αποδυνάμωσης της ποινικής δίωξης, αλλά ως μηχανισμός επιλεκτικού και αναλογικού ελέγχου νομιμότητας, ο οποίος αποκόπτει το παράνομα αποκτηθέν τεκμήριο χωρίς να θίγει το υπόλοιπο, νομίμως συγκροτηθέν αποδεικτικό υλικό.

VI. Η σημασία της εξειδικευμένης νομικής υπεράσπισης

Η επιτυχής προβολή και τελικώς αποδοχή του αιτήματος αποχωρισμού στην κρινόμενη υπόθεση δεν ήταν τυχαία. Οφείλεται στην έγκαιρη, τεχνικά άρτια και νομικά τεκμηριωμένη παρέμβαση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου, Βασιλείου Τσιότσικα, ο οποίος, με το από 29/06/2026 συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα, έθεσε ενώπιον της ανακρίτριας το ζήτημα της παράνομης απόκτησης του αποδεικτικού υλικού, επικαλούμενος επακριβώς το ερμηνευτικό πλαίσιο που η υπ' αριθμ. 1/2026 απόφαση της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είχε ήδη διαμορφώσει. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι το δικηγορικό γραφείο Τσιότσικας & Συνεργάτες – ITLawyers είχε την τιμή να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα στην ίδια την ιστορική δίκη ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης 1/2026, γεγονός που αναδεικνύει τη βαθιά και ουσιαστική εξοικείωση του συγκεκριμένου νομικού με το ιδιαίτερα τεχνικό και ταχέως εξελισσόμενο πεδίο του δικαίου του ηλεκτρονικού εγκλήματος και της προστασίας του απορρήτου των ψηφιακών επικοινωνιών.

Η υπόθεση αυτή καταδεικνύει, με τον πλέον εύγλωττο τρόπο, γιατί η υπεράσπιση κατηγορουμένων σε υποθέσεις που εμπλέκουν σύνθετο ψηφιακό αποδεικτικό υλικό αποτελεί, σήμερα, σχεδόν μονόδρομο να ανατίθεται σε δικηγόρους με πραγματική, τεκμηριωμένη εξειδίκευση στο ηλεκτρονικό έγκλημα και στη σχετική δικονομία. Η απλή γνώση της ποινικής δικονομίας δεν αρκεί πλέον απαιτείται εξοικείωση με τεχνικά ζητήματα ψηφιακής πραγματογνωμοσύνης, με το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο άρσης του απορρήτου (ν. 2225/1994, ν. 5002/2022) και με την πλέον πρόσφατη, ραγδαία εξελισσόμενη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων επί των ορίων της κρατικής παρέμβασης στην ψηφιακή ιδιωτικότητα. Δικηγόροι που παρακολουθούν συστηματικά και συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση αυτής της νομολογίας βρίσκονται σε μοναδική θέση να εντοπίζουν εγκαίρως διαδικαστικές πλημμέλειες που, σε αντίθετη περίπτωση, θα παρέμεναν αναξιοποίητες υπέρ του κατηγορουμένου, με οριστική κάλυψη της ακυρότητας κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ.

VII. Καταληκτικές παρατηρήσεις

Η εξεταζόμενη εισαγγελική πρόταση συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρακτικής εφαρμογής της νέας νομολογιακής γραμμής που εγκαινίασε η υπ' αριθμ. 1/2026 απόφαση της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Καταδεικνύει ότι η προστασία του απορρήτου των ψηφιακών επικοινωνιών δεν αποτελεί αφηρημένη συνταγματική αρχή, αλλά ζωντανό δικονομικό εργαλείο, ικανό να διαμορφώσει ουσιωδώς την τύχη συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων ακόμη και σε υποθέσεις ιδιαίτερα σοβαρής εγκληματικότητας. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει ότι η τήρηση των εγγυήσεων του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ δεν αποδυναμώνει την ποινική καταστολή, αλλά την εξορθολογίζει, διασφαλίζοντας ότι η καταδίκη –όποτε αυτή επέλθει– θα στηρίζεται αποκλειστικά σε νομίμως συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Η απόφαση 1/2026 αναμένεται να αποτελέσει σημαντική παρακαταθήκη για το σύνολο των εκκρεμών και μελλοντικών ποινικών δικογραφιών στις οποίες εμπλέκεται εξέταση ψηφιακού υλικού, και υπενθυμίζει, εμπράκτως, τη βαρύνουσα σημασία που έχει, για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης, η ανάθεσή της σε δικηγόρους με ουσιαστική, αποδεδειγμένη εξειδίκευση στο δίκαιο του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

Επικοινωνία / Contact us

Διεύθυνση

Δικηγορικό Γραφείο Β. Τσιότσικας & Συνεργάτες

ITLawyers

Αγγέλου Τερζάκη 5
Νέα Ερυθραία ΤΚ 146 71

Τηλ- email

+30 2108076318
info@itlawyers.gr

Το δικηγορικό γραφείο Τσιότσικας & Συνεργάτες - ITLawyers είναι ένα σύγχρονο δικηγορικό γραφείο το οποίο εδρεύει στην Νέα Ερυθραία (Κηφισιά) Αττικής με ειδίκευση σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα και νομικές οντότητες.

Μη διστάσετε να μας αποστείλετε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να θέσετε υπ' όψιν μας την υπόθεσή σας.

Σύντομα ένας συνεργάτης μας θα επικοινωνήσει μαζί σας.