Απόφαση Άρσης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Ολομέλεια, Ποινικές)

το πλήρες κείμενο της υπ' αριθμ 1/2026 Απόφασης του Αρείου Πάγου

6/23/20264 λεπτά ανάγνωσης

Απόφαση 1 / 2026 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστασία Παπαδοπούλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σταυρούλα Κουσουλού, Βαρβάρα Πάπαρη, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αικατερίνη Χονδρορίζου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπροέδρους, Ελένη Χροναίου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Σταύρο Μάλαινο, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Φώτιο Μουζάκη, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Νίκη Κατσιαούνη, Αντιγόνη Τζελέπη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Μαρία Πετσάλη, Βαΐα Ζαρχανή, Σπυριδούλα Λιάτη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Στυλιανή Μπλέτα, Ηλία Γιαρένη, Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αικατερίνη Πατσιαρά, Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου, Παναγιώτη Φιλόπουλο, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη, Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, Ειρήνη Νικολάου, Αναστασία Καραμανίδου, Ιωάννα Στρατσιάνη, Χριστίνα Τζίμα, Άλκηστις Σιάννου, Βασιλική Μουγιάντση, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Νικολέττα Παναγιωτίδου, Μαργαρίτα Νικάκη, Αριστέα Τσαμαδιά, Δήμητρα Σίσκου, Αναστάσιο Σάββα, Αγγελική Καρδαρά, Δομνίκη Λασπά, Αμαλία Βασιλοπούλου, Χρυσούλα Μανέτα, Ευαγγελία Ψαράκη, Νικόλαο Κουτσούκο, Μαρία Παπαδημητρίου, Ανθία Τσαφίτσα, Σοφία Καραγιάννη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Χριστίνα Πουρνάρα, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2025,

προκειμένου να αποφανθεί για την παραπομπή, με την υπ'αριθμ. 587/2025 απόφαση του ΣΤ' Ποιν. Τμήματος του Αρείου Πάγου (η οποία διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 1003/2025 απόφαση του Α' Ποινικού Τμήματος Διακοπών) και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, της υπ'αριθμ. …2024 αίτησης αναιρέσεως του Θ. Λ. του Δ., κατοίκου ...,

ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσιότσικα,

κατά της υπ' αριθμ. 41/14-3-2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.3.2024 και με αριθμό …2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία: α) είπε ότι με την υπ' αρ. 587/2025 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (η οποία διορθώθηκε με την υπ' αρ. 1003/2025 απόφαση του Α' Ποινικού Τμήματος Διακοπών) και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, παραπέμπεται στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η υπ' αρ. …2024 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Λ. του Δ., κατά της υπ' αρ. 41/14.3.2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) πρότεινε να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 41/14-3-2024 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Βασίλειο Τσιότσικα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την με αριθ. 587/2025 ομόφωνη ποινική απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1003/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών), παραπέμφθηκε σύμφωνα με το άρθ. 27 παρ. 2 Ν. 4938/2022 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), η εκδίκαση στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, του μοναδικού λόγου της με αριθμό …2024 αίτησης - δήλωσης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Θ. Λ. του Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 41/14-3-2024 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (κατ' ορθή εκτίμηση), για υπέρβαση εξουσίας (αρθ. 484 παρ.1 στοιχ. στ'ΚΠΔ), προς επίλυση των αναφερομένων στο σκεπτικό της απόφασης αυτής (ΑΠ 587/2025) νομικών ζητημάτων.

Συγκεκριμένα δε, η παραπομπή έγινε για τα εξής νομικά ζητήματα: α) εάν στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας (περιεχόμενο και μεταδεδομένα- αποθηκευμένα δεδομένα), τα οποία εμπεριέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών αυτού, που διερευνώνται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, με συνέπεια να απαιτείται για την άρση του η τήρηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022 και β) εάν η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται διαδοχικά ανά δίμηνο, για συνολικό χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών κατά τον ν. 2225/1994 και δέκα (10) μηνών κατά τον ν. 5002/2022.

Για αυτά τα νομικά ζητήματα εκδόθηκαν προσφάτως οι υπ' αριθμ. 4/2024 και 5/2024 αποφάσεις της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), από τις οποίες συνάγεται ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: α) στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας (περιεχόμενο και μεταδεδομένα), τα οποία εμπεριέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών αυτού, που διερευνώνται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, με συνέπεια να απαιτείται για την άρση του η τήρηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022. β) Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται διαδοχικά ανά δίμηνο, για συνολικό χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών κατά τον ν. 2225/1994 και δέκα (10) μηνών κατά τον ν.5002/2022.

Επειδή όμως το ΣΤ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, επρόκειτο να εκδώσει απόφαση αντίθετη με τη θέση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τα ίδια θέματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 εδ.δ' περ. δ' του Ν. 4938/2022 (Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) και 10 παρ. 2 περ. ε' του ΚΠΔ, παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την με αριθμό …2024 δήλωση του αναιρεσείοντος Θ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για υπέρβαση εξουσίας (κατ' εκτίμηση του δικογράφου), διότι απορρίφθηκε η από ...2023 αίτησή του, για αποχωρισμό από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία της αναφερόμενης έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε, προς εκτέλεση της υπ' αριθμ. ...2020 Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (Ε.Ε.Ε.), των δικαστικών αρχών της Ιταλίας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1182/2021 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο διέταξε την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του και η ΔΕΕ προχώρησε στην διενέργεια πράξεων άρσης του απορρήτου μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος της άρσης του απορρήτου του ως άνω βουλεύματος στα αποθηκευμένα δεδομένα του που διεξήχθησαν με την χρήση των επιφυών δικτύων.

Κατά το άρθρο 459 παρ. 4 ΚΠΔ, "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτέλεση αίτησης δικαστικής συνδρομής επιλύεται από το συμβούλιο εφετών, το οποίο με τη διαδικασία του άρθρου 449 αποφασίζει εντός διαστήματος οκτώ ημερών. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και από αυτόν τον οποίο αφορά το αίτημα δικαστικής συνδρομής".

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος : "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής). Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α".

Το άρθρο 19 του Συντάγματος προστατεύει το λεγόμενο επικοινωνιακό απόρρητο. Πρόκειται για ένα ατομικό δικαίωμα με δύο συνιστώσες, την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή της επικοινωνίας και το απαραβίαστο του απορρήτου της ανταποκρίσεως ή της επικοινωνίας. Η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας είναι ένα δικαίωμα με ιστορικές ρίζες στην αρχαία Ελλάδα. Στην Ιλιάδα του Ομήρου παρατηρείται η χρήση του διπλωμένου πίνακα από τους επικοινωνούντες για τη διαφύλαξη του απορρήτου. Το ίδιο παρατηρείται και στην αρχαία Σπάρτη, όπου χρησιμοποιούσαν δύο σκυτάλες για την αποστολή και τη λήψη μηνυμάτων, εκ των οποίων την μια κρατούσαν οι Έφοροι της Σπάρτης και την άλλη ο αρχηγός του σπαρτιατικού στρατού. Τέλος, οι Αθηναίοι καίτοι κατάσχεσαν επιστολές του βασιλέως της Μακεδονίας Φιλίππου, σεβάστηκαν το απόρρητο αυτών που απευθύνονταν στη σύζυγό του. Στην ελληνική συνταγματική τάξη, το δικαίωμα αυτό προβλέφθηκε το πρώτον στη διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος της Τροιζήνας, ενώ το Σύνταγμα του 1844 όριζε στο άρθρο 14, ότι "Το απόρρητο των επιστολών είναι απαραβίαστο". Το Σύνταγμα του 1927 επεξέτεινε στο άρθρο 12 την έννοια του απορρήτου εκτός από τις επιστολές και στα τηλεφωνήματα και τηλεγραφήματα, ενώ το άρθρο 20 του Συντάγματος του 1952 όριζε ότι το απόρρητο των επιστολών και της ανταπόκρισης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απολύτως απαραβίαστο.

Τέλος, στο ως άνω άρθρο 19 του Συντάγματος του 1975, σε σχέση με την προγενέστερη ρύθμιση, προστέθηκε το επίθετο "ελεύθερη" στο ουσιαστικό ανταπόκριση, καθώς επίσης και η λέξη "επικοινωνία". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημόσιων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφάλισης του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών.

Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ' εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος.

Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνον στα γραπτά μηνύματα (επιστολές), αλλά και σε οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας, επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών.

Στην έννοια της προστατευόμενης κατά το άρθρο 19 παρ.1 του Συντάγματος, ελεύθερης και απόρρητης επικοινωνίας υπάγεται τόσο η δια ζώσης άμεση επικοινωνία, όσο και κάθε άλλου είδους ή μορφής ανταπόκριση ή εν γένει επικοινωνία, όπως η διεξαγόμενη μέσω δημοσίων ή ιδιωτικών δικτύων παροχής υπηρεσιών επικοινωνιών.

Σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο το απόρρητο των επικοινωνιών κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 17 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακηρύξεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 16 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 28.01.1981 (Σύμβαση 108), το από 17.01.1995 Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης "σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών", την υπ' αρ. 9194 από 20.06.2001 απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ για τις επιχειρησιακές ανάγκες των υπηρεσιών επιβολής του νόμου σε σχέση προς τα δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες, τη Σύσταση R(95)4 της 07.02.1995 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πεδίο των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με ιδιαίτερη αναφορά στις τηλεφωνικές υπηρεσίες, τη Σύσταση R(87)15 της 17-9-1987 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της αστυνομεύσεως, την υπ' άρθρο 68/167 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών της 18-12-2013 αναφορικά με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα στην ψηφιακή εποχή, καθώς και το άρθρο 37 παρ.1 του Καταστατικού Χάρτη και της Συμβάσεως της Διεθνούς Ενώσεως Τηλεπικοινωνιών.

Το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συντίθεται από πέντε κοινοτικές οδηγίες, με τις τέσσερις εκ των οποίων ρυθμιζόταν η αγορά των δημοσίων δικτύων και των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και οι οποίες αντικαταστάθηκαν με την Οδηγία 2018/1972 με την οποία θεσπίστηκε ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΚΗΕ), ο οποίος ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν.4727/2020 (Ψηφιακή Διακυβέρνηση -Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες και άλλες διατάξεις).

Πλούσια είναι η δυναμική νομολογία του ΕΔΔΑ, αναφορικά με την έννοια της ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην επιστολογραφία (συμπεριλαμβανομένων των κρατουμένων και δικηγόρων), αλλά εμπεριέχει τηλεφωνικές συνδιαλέξεις (κρατουμένων, δικηγόρων και δη ως τρίτων προσώπων μη κατηγορουμένων αλλά συμμετεχόντων στη συνομιλία), χρήση βομβητή, τέλεξ - φαξ, ηλεκτρονικών μηνυμάτων των κρατουμένων, ιδιωτικές ραδιοεκπομπές, τα εναέρια, επίγεια και δορυφορικά σήματα, αλληλογραφία εμπορικού περιεχομένου περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, επικοινωνιών που αφορούν αποθηκευμένα στο κινητό τηλέφωνο ηλεκτρονικά μηνύματα ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα δεδομένα υπολογιστικών συστημάτων, ηλεκτρονικά αρχεία (αποθηκευμένα από εργαζόμενους ) ή σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εξυπηρετητές, δικηγόρων - τρίτων προσώπων (μη υπόπτων), τα αντίγραφα ασφαλείας αρχείων καθώς και εκθέσεις απομαγνητοφωνήσεως των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων προσφεύγοντος, οι οποίες διέρρευσαν στα ΜΜΕ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής του απορρήτου των επικοινωνιών υπάγονται τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, δηλαδή πέραν του περιεχομένου της υπάγονται και τα εξωτερικά στοιχεία της (ενδεικτικώς αναφέρονται τα δεδομένα κινήσεως και θέσεως, το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, οι τηλεφωνικοί αριθμοί καλούντος και καλουμένου, η διεύθυνση IP για τις υπηρεσίες του διαδικτύου, η ημερομηνία, η ώρα ενάρξεως, λήξεως καθώς και η διάρκεια της επικοινωνίας, η αναπάντητη κλήση, το κενό μήνυμα κ.ο.κ.), τα οποία μάλιστα αποτελούν "αναπόσπαστο στοιχείο της επικοινωνίας".

Είναι γεγονός ότι στο άρθρο 19 του Συντάγματος γίνεται λόγος για "επικοινωνία" και όχι για μόνο "περιεχόμενο της επικοινωνίας". Έτσι, προστατεύεται ως απόρρητο "το γεγονός της επικοινωνίας" και, συνακόλουθα, όχι μόνο το περιεχόμενο αλλά και κάθε άλλο σχετικό με την επικοινωνία στοιχείο καθώς και οι εν γένει συνθήκες διεξαγωγής της επικοινωνίας. Συγκεκριμένα, το απόρρητο περιλαμβάνει, κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ, τις τηλεφωνικές συνομιλίες από ιδιωτικούς ή επαγγελματικούς χώρους συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που σχετίζονται με τις εν λόγω συνομιλίες, ιδίως την ημερομηνία και τη διάρκεια αυτών καθώς και τους αριθμούς των οποίων έγινε κλήση.

Περαιτέρω, το Σύνταγμα προβλέπει περιορισμούς στην άσκηση του ως άνω δικαιώματος.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 εδ. β' "Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις, υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Οι περιορισμοί αυτοί του δικαιώματος για λόγους εθνικής ασφάλειας και διακριβώσεως ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων δεν ισχύουν απευθείας εκ του Συντάγματος και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν in concreto από τη διοίκηση κατ' εφαρμογή του Συντάγματος, αλλά μπορούν να εισαχθούν μόνο με νομοθετική ρύθμιση, η οποία μπορεί να έχει και τη μορφή κανονιστικής πράξεως.

Έτσι, η νομοθετική εξειδίκευση των περιορισμών, αρχικά έγινε α) με τον Ν.2225/1994, ο οποίος προέβλεπε διαφορετική διαδικασία για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας και διαφορετική για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Κατά τις σχετικές με το θέμα διατάξεις του άρθρου 5 παρ.6 του ανωτέρω νόμου "Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες Παρατάσεις της διάρκειας αυτής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίσταση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν συνολικά τη διάρκεια των δέκα (10) μηνών. Το ανώτατο αυτό χρονικό όριο δεν ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρση διατάσσεται για λόγους εθνικής ασφάλειας.".

Στη συνέχεια επακολούθησε ο Ν.5002/2022, ο οποίος ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο τόσο της έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος (14-3-2024), όσο και της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (… 2024). Κατά τον Ν.5002/2022 [ΦΕΚ Α' 228/9-12-2022] περί "Διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, κυβερνοασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων πολιτών" (Α'228), σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού: α) η θωράκιση και o εκσυγχρονισμός της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος, β) η βελτιστοποίηση της δράσης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, γ) η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών από λογισμικά παρακολούθησης, δ) η οργανική και λειτουργική αναβάθμιση του επιπέδου κυβερνοασφάλειας στη χώρα, και ε) η αποτελεσματικότερη προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 2, αντικείμενο του νόμου αποτελεί, μεταξύ άλλων, η εξαντλητική ρύθμιση της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για τη διακρίβωση εγκλημάτων", όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οριζόταν ότι: "1. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των ακόλουθων κακουργημάτων: α) των Κεφαλαίων Πρώτου, περί προσβολών του δημοκρατικού πολιτεύματος, Δεύτερου, περί προσβολών της διεθνούς υπόστασης της χώρας, Τέταρτου, περί εγκλημάτων κατά των πολιτειακών και πολιτικών οργάνων, Έκτου, περί εγκλημάτων κατά της δημόσιας τάξης, Ένατου, περί εγκλημάτων σχετικά με το νόμισμα, άλλα μέσα πληρωμής και ένσημα, Δέκατου Έκτου, περί εγκλημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας, Δέκατου Όγδοου, περί εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας, Δέκατου Ένατου, περί εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, Εικοστού Δεύτερου, περί προσβολών ατομικού απορρήτου και επικοινωνίας, καθώς και των άρθρων 235, περί δωροληψίας υπαλλήλου, 236, περί δωροδοκίας υπαλλήλου, 237, περί δωροληψίας και δωροδοκίας δικαστικού λειτουργού, 264 περί εμπρησμού, 265 περί εμπρησμού σε δάση, 270 περί έκρηξης, 272 περί κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών, 299 περί ανθρωποκτονίας με δόλο, 374 περί διακεκριμένης κλοπής, 380 περί ληστείας, 385 περί εκβίασης, 386 περί απάτης και 386Α περί απάτης με υπολογιστή του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95), β) του Πρώτου Κεφαλαίου, περί προσβολών κατά της ακεραιότητας της χώρας, καθώς και των άρθρων 46, περί στάσης, 47, περί ομαδικής απείθειας, 140, περί αποσφράγισης, υπεξαγωγής εγγράφων ή άλλων αντικειμένων και 144, περί μετάδοσης στρατιωτικών μυστικών, του Ειδικού Μέρους του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (v. 2287/1995, Α' 20), γ) του v. 4557/2018 (Α' 139), περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 157 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α' 265), περί λαθρεμπορίας, των άρθρων 28 και 31 του ν. 4443/2016 (Α'232), περί αξιόποινων πράξεων προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και περί αξιόποινης χειραγώγησης της αγοράς, αντιστοίχως, του άρθρου 15 του ν. 2168/1993 (Α' 147), περί όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών, των άρθρων 20, 22 και 23 του ν. 4139/2013 (Α 74), περί εξαρτησιογόνων ουσιών, του άρθρου 11 του ν. 3917/2011 (Α' 22), περί δεδομένων που διατηρούνται από τον πάροχο υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, της παρ. 5 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 (Α' 137), περ[ πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α' 160), περί προστασίας του περιβάλλοντος, του ν. 4858/2021 (Α' 220), περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, της παρ. 3 του άρθρου 66 του ν. 2121/1993 (Α' 25), περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, της παρ. 4 του άρθρου 132 του ν. 2725/1999 (Α' 121), περί δωροδοκίας-δωροληψίας για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 (Α' 80), περί μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη χώρα. 2. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των ακόλουθων πλημμελημάτων: α) των άρθρων 148, περί κατασκοπείας, 187, περί εγκληματικής οργάνωσης, 187Α, περί τρομοκρατικών πράξεων-τρομοκρατικής οργάνωσης, 187Β, περί αξιόποινης υποστήριξης, 323Α, περί εμπορίας ανθρώπων, 324, περί αρπαγής ανηλίκων, 339, περί γενετήσιων πράξεων με ανηλίκους ή ενώπιόν τους, 342, περί κατάχρησης ανηλίκων, 343, περί κατάχρησης σε γενετήσια πράξη, 346, περί εκδικητικής πορνογραφίας, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 351Α, περί προσβολών της ανηλικότητας και πορνογραφίας ανηλίκων, 370ΣΤ, περί λογισμικών και συσκευών παρακολούθησης, 386, περί απάτης και 386Α, περί απάτης με υπολογιστή του Ποινικού Κώδικα, β) των άρθρων 28 και 31 του ν. 4443/2016, περί αξιόποινων πράξεων προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και περί χειραγώγησης της αγοράς, αντιστοίχως, και του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3959/2011 (Α' 93), περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. 3. Για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 αποφαίνεται, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του εισαγγελέα. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις την άρση μπορεί να διατάξει ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής υποχρεούται να εισαγάγει το ζήτημα, μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών, στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο ελέγχει παράλληλα τη συνδρομή των εξαιρετικά επειγουσών περιστάσεων. Διαφορετικά, η ισχύς της σχετικής διάταξης αίρεται αυτοδικαίως. Αν εντός ευλόγου χρόνου, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες συνολικά, δεν εκδοθεί βούλευμα, τα ευρήματα δεν είναι αξιοποιήσιμα. 4. Το βούλευμα ή η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων, περιλαμβάνει: α) την αστυνομική αρχή ή τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή που ζητεί την άρση, β) την αξιόποινη πράξη, γ) τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του προσώπου κατά του οποίου διενεργείται η άρση, δ) την αιτιολογία επιβολής της άρσης, ιδίως την αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια διακρίβωσης του εγκλήματος με άλλο τρόπο, ε) τον σκοπό της άρσης, στ) τα μέσα ανταπόκρισης ή επικοινωνίας στα οποία επιβάλλεται η άρση, ζ) το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής, η) την εδαφική έκταση εφαρμογής, εφόσον απαιτείται για τις ανάγκες της άρσης, και την απολύτως αναγκαία χρονική διάρκεια της άρσης, θ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης, και ι) τα στοιχεία του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων επιβάλλεται η άρση.. 5..., 6. Η άρση του απορρήτου μπορεί να επιβληθεί υπό τους όρους της παρ. 3 του παρόντος και κατά τρίτου αμέτοχου στο έγκλημα προσώπου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 254 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α 96). 7..... 8. Η μετά τη λήξη ισχύος του μέτρου της άρσης του απορρήτου και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τον θιγόμενο, του γνωστοποιεί την επιβολή του μέτρου αυτού εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε", Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 8 του ιδίου ως άνω νόμου (5002/2022) με τίτλο "Διαδικασία άρσης του απορρήτου" ορίζεται ότι: "4, Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίπτωση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση, η χρονική διάρκεια δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους δέκα (10) μήνες. Υπέρβαση του ορίου του δευτέρου εδαφίου επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις άρσης για λόγους εθνικής ασφάλειας, εφόσον στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που καθιστούν άμεση και εξαιρετικά πιθανή τη διακινδύνευση της εθνικής ασφάλειας και η εξακολούθηση της συνδρομής των στοιχείων αυτών επιβεβαιώνεται σε κάθε παράταση της ισχύος της άρσης. Μετά τη λήξη της διάρκειας της άρσης ή μετά τη λήξη του επιτρεπόμενου ανώτατου χρονικού ορίου της παύει αυτοδικαίως η άρση του απορρήτου. Σε κάθε περίπτωση, με διάταξη του οργάνου που επέβαλε την άρση διατάσσεται η παύση της και πριν από την πάροδο της ορισμένης διάρκειάς της, αν εκπληρώθηκε ο σκοπός ή εξέλειπαν οι λόγοι επιβολής του μέτρου". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ.254 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, "Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 187, του άρθρου 187 Α, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 207, του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 208, του άρθρου 208 Α, εκτός από τις ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, της παρ. 1 του άρθρου 209, των άρθρων 323 Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 σε βάρος ανηλίκου, των παρ. 1 και 3 του άρθρου 339, της παρ. 1 του άρθρου 342, των άρθρων 348Α, 348Β, 348Γ και 351 Α του Ποινικού Κώδικα, η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια: α)..., β)..., γ)...., δ) άρσης του απορρήτου του περιεχομένου των επικοινωνιών ή των δεδομένων θέσης και κίνησης αυτών, με τη τήρηση των εγγυήσεων και τις διαδικασίες των άρθρων 4 και 5 του ν, 2225/1994 (Α'121) ε)... στ)... (ΟΛ ΑΠ 4/2024, ΟΛ ΑΠ 5/2024).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η βούληση του νομοθέτη να προσδιορίσει την έναρξη και λήξη του χρονικού διαστήματος ισχύος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, εφόσον η τελευταία αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, τόσο για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν, αλλά και του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές, καταδεικνύεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 5002/2022, που αποτελούν δικονομικές διατάξεις με συνέπεια η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους να μην μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης. Στις διατάξεις αυτές, ρητά γίνεται αναφορά ότι για λόγους διακρίβωσης των αναφερομένων στον ως άνω νόμο εγκλημάτων και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι άρσης του απορρήτου, η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες, ότι οι παρατάσεις της (χρονικής διάρκειας άρσης απορρήτου) δεν υπερβαίνουν τους δύο (2) μήνες, εκάστη εξ αυτών και ότι σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις άρσης του απορρήτου δεν μπορούν να υπερβαίνουν του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος των δέκα (10) μηνών συνολικά . Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός του αρθρ.1 του Ν. 5002/2022 είναι "η θωράκιση και ο εκσυγχρονισμός της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος". Συναφώς, το βούλευμα ή η διάταξη, που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για την διακρίβωση του εγκλήματος, περιλαμβάνει κατ' άρθρο 6 παρ.4 εδ. ζ Ν. 5002/22 το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής και η σχετική προστασία λαμβάνει χώρα κατ' επιταγή του Συντάγματος. Κατά τα ανωτέρω, προβλέφθηκε, ότι, αντικείμενο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, το οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν όπως προεκτέθηκε και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας καθόσον από τη διατύπωσή του (του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος) προκύπτει ότι προστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας και όχι το απόρρητο του περιεχομένου αυτής, στο οποίο ουδόλως γίνεται αναφορά στο κείμενο του Συντάγματος ώστε να διακριθεί από τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Έτσι, η τήρηση του καθοριζόμενου, από το νόμο, επιτρεπτού χρονικού διαστήματος διάρκειας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, ως προς εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας [=δύο (2) μήνες], των τυχόν παρατάσεων αυτού [=δύο (2) μήνες εκάστη, υπό τον όρο, ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι της άρσης] και του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών [=δέκα (10) μήνες], επιβάλλεται, τόσο στην περίπτωση, που η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρεται στο μέλλον, όσο και στην περίπτωση, που αυτή αναφέρεται στο παρελθόν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ στην έννοια του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εμπίπτουν και οι διατηρούμενες μετά τη λήξη της επικοινωνίας και για δώδεκα (12) μήνες από το πέρας της, των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, στα συστήματα του παρόχου.

Συνεπώς, η λήξη της επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με το πέρας της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών αλλά αυτή (η προστασία του απορρήτου) επεκτείνεται για όσο χρόνο οι επικοινωνίες και τα συναφή δεδομένα παραμένουν αποθηκευμένα στα συστήματα του παρόχου.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι με την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας όπως κατοχυρώνεται στην παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος προστατεύεται απόλυτα το απόρρητο των επικοινωνιών και δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ εξωτερικών στοιχείων ή περιεχομένου της επικοινωνίας, ανεξαρτήτως του εάν η τελευταία έλαβε χώρα σε δημόσιο ή ιδιωτικό δίκτυο, διότι εν προκειμένω το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το απόρρητο των επικοινωνιών και όχι το δίκτυο διεξαγωγής της επικοινωνίας και κατά συνέπεια οι προϋποθέσεις άρσης του απορρήτου ταυτίζονται αφού δεν γίνεται διάκριση από το Σύνταγμα.

Πρέπει να επισημανθεί, σε σχέση με το ζήτημα της προστασίας του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές ότι με την από 04.10.2024 απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-548/21 έγινε δεκτό ότι σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σε δημόσια δίκτυα.

Η κρίση αυτή αφήνει ανεπηρέαστη την εφαρμογή της αμιγώς εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σύμφωνα με το αρθρ. 19 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία καταλαμβάνει και τα αποθηκευμένα δεδομένα.

Τέλος, η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας στην προκειμένη περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το ενωσιακό δίκαιο (οδηγία ΕΕ 2016/680), ούτε όμως απαγορεύεται από το τελευταίο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 41/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα της δικογραφίας, δέχτηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ ...2020 Ε.Ε.Ε. της Εισαγγελίας Νάπολης Ιταλίας (υπόθεση με αριθμό φακέλου ... από …2020), ζητήθηκε από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, ως ερευνητικό μέτρο, η εκτέλεση επιτόπιας έρευνας στην κατοικία του αιτούντος - υπόπτου, ως εκπροσώπου της εταιρείας ... προς αναζήτηση: α) οποιουδήποτε τύπου εξοπλισμού πληροφορικής (PC smartphone, αποκωδικοποιητή, smart card και επιπλέον κάθε εντοπισμένου ψηφιακού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση του σήματος ..., κατά παράβαση των πνευματικών δικαιωμάτων και β) μέσων πληρωμής (καρτών πληρωμών, τρεχούμενου λογαριασμού, πιστωτικών καρτών), καθώς επίσης οποιασδήποτε άλλης μορφής κινητού ή ακίνητου περιουσιακού στοιχείου, που είναι στη διάθεση του υπόπτου και η κατάσχεση αυτών, ως προσωρινού μέτρου, για να εμποδιστεί η καταστροφή, μετατροπή, μετατόπιση, μεταφορά ή διάθεση αντικειμένου που μπορεί να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο. Στην ενότητα Δ' αναφέρεται ότι η εν λόγω Ε.Ε.Ε. σχετίζεται με προηγούμενες Ε.Ε.Ε., όπως αυτές προσδιορίζονται συγκεκριμένα. Στην ενότητα Ζ' του Παραρτήματος της ίδιας Ε.Ε.Ε. περιγράφονται συνοπτικά τα επίδικα περιστατικά που αφορούν τη συγκεκριμένη προς έρευνα υπόθεση. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. Ε.Κ.Δ. ... E.EE ...20 από …2020 παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών διαβιβάστηκε στην αρμόδια Ανακρίτρια του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος Διεθνών Δικαστικών Συνδρομών του Πρωτοδικείου Αθηνών η εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4489/2017, της ένδικης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (Ε.Ε.Ε.) των Ιταλικών Δικαστικών Αρχών - Εισαγγελίας Νάπολης. Η ως άνω Ανακρίτρια εξέδωσε άμεσα τη με αριθ. πρωτ, ...2020 διάταξή της προς τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του 3ου Τμήματος Ασφαλείας Ηλεκτρονικών και Τηλεφωνικών Επικοινωνιών και Προστασίας Λογισμικού και Πνευματικών Δικαιωμάτων της Γ.Α.ΔΑ., προκειμένου να προβούν στη διενέργεια έρευνας και κατάσχεσης δια των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων της Υπηρεσίας τους με την παρουσία δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, τηρουμένων των όρων των άρθρων 255, 256, 257, 258, σε συνδυασμό με 149 επ. του Κ.Π.Δ., αφού μεταβούν στην κατοικία του αιτούντος-υπόπτου επί της οδού ... αριθμ. ..., Τ.Κ. ..., στην Αθήνα ή όπου αλλού διαπιστωθεί ότι βρίσκεται η κατοικία του, ειδικότερα δε, να προβούν: 1) σε νόμιμη έρευνα και σε σύνταξη καταλόγων με το περιεχόμενο του ευρεθέντος αποδεικτικού υλικού σχετικού με την έρευνα των αρχών της Ιταλίας, σε κατάσχεση του τελευταίου, συντασσόμενων των σχετικών εκθέσεων έρευνας περί ανευρέσεως ή μη σχετικών εγγράφων και κατασχέσεων αυτών, και 2) σε σωματική έρευνα στον ύποπτο καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο άτομο κατοικεί στην ανωτέρω οικία και βρεθεί εκεί κατά τον χρόνο της έρευνας. Ζητήθηκε, ειδικότερα, να πραγματοποιηθεί έρευνα και να κατασχεθούν οποιουδήποτε τύπου εξοπλισμός πληροφορικής (PC, smartphone, αποκωδικοποιητής, smart card και επιπλέον κάθε εντοπισμένο ψηφιακό εξοπλισμό), που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση IPTV, κατά παράβαση πνευματικών δικαιωμάτων και τα μέσα πληρωμής (κάρτες πληρωμών, τρεχούμενοι λογαριασμοί, πιστωτικές κάρτες κ.λπ.). Επισημάνθηκε τέλος, στην εν λόγω ανακριτική διάταξη ότι η ως άνω έρευνα θα λάβει χώρα τη ...2020 και ώρα 8.00 π.μ., καθώς θα βρίσκεται σε ταυτόχρονη εξέλιξη με παράλληλες έρευνες στη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Βουλγαρία, τη Μάλτα και τη Γερμανία. Για την εκτέλεση της ένδικης ΕΕΕ περιλήφθηκαν στην ως άνω ανακριτική διάταξη τα κατωτέρω περιστατικά που αφορούν την υπόθεση που ερευνούν οι αλλοδαπές δικαστικές αρχές: Η διαδικασία για την οποία ζητείται δικαστική συνεργασία αφορά μια εγκληματική κερδοσκοπική οργάνωση, με διεθνή χαρακτήρα, η οποία, ελλείψει άδειας, ασκεί την άσκηση παράνομης δραστηριότητας ..., μια νέα μορφή οπτικοακουστικής πειρατείας, που πραγματοποιείται μέσω της μη εξουσιοδοτημένης μετάδοσης περιεχομένου συνδρομητικής τηλεόρασης (που διαχειρίζεται η ..., ..., ..., ..., ... κλπ.), καθώς επίσης κινηματογραφικά έργα που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα, όπως και εκείνων που τα περιεχόμενα είναι του τύπου on demand (κατ' απαίτηση) δια μέσου της πλατφόρμας CD "..." (...), που είναι εξέλιξη της cardsharing (κοινής χρήσης καρτών), με την εισαγωγή τους σε ένα σύστημα τηλεματικών δικτύων, με τη χρήση εξοπλισμού πληροφορικής. Η ερευνητική δραστηριότητα κατέστησε δυνατή την περισυλλογή αποδεικτικού υλικού που πιστοποιεί την ύπαρξη μιας οργάνωσης (με την επωνυμία ... ...) εξαιρετικά δομημένης, η οποία χαρακτηρίζεται από πολύ συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι αποσκοπούν στην εφαρμογή, την αναμετάδοση και την επακόλουθη μεταπώληση μιας υπηρεσίας pay per view παράλληλα με εκείνη τη νόμιμη, που προσφέρεται από τους κύριους τηλεοπτικούς σταθμούς, όπως η ... ..., η ... ... και το ..., το οποίο πρόσφατα είδε τα περιεχόμενά του να αναμεταδίδονται από παράνομα προγράμματα. Η δομή φαίνεται να λειτουργεί όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και στην Ελβετία, τη Μάλτα, την Ελλάδα, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βουλγαρία από το 2015. Η συνεχής και εκτεταμένη δράση του ..., που ενεργοποιήθηκε από τη Δικαστική Αστυνομία επέτρεψε τον εντοπισμό χιλιάδων διακομιστών (server), που αντιστοιχούν σε αντίστοιχα και μοναδικά ΙΡ, που χρησιμοποιούνται για την αναμετάδοση πειρατικών σημάτων ... και τα οποία εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, καταγράφηκαν εκατοντάδες λογαριασμοί ..., που χρησιμοποιήθηκαν για τη συλλογή πληρωμών που σχετίζονται με τις εν λόγω παροχές υπηρεσιών, Μετά την έρευνα, διαπιστώθηκε ότι η εγκληματική οργάνωση, για τη διάδοση του παράνομου σήματος ..., θα συνέχιζε να δραστηριοποιείται, όχι μόνον μέσω σελίδων συνομιλίας ..., και ..., αλλά και μέσω επίσης των καναλιών ..., που χρησιμοποιούνται ως εφαλτήριο διαφήμισης για την περισυλλογή νέων πελατών, εκτός από εκείνη που αφορά την ταχεία επίλυση προβλημάτων στη μετάδοση σήματος. Τα έσοδα της παράνομης δραστηριότητας θα περισυλλέγονται μέσω της χρήσης των λεγόμενων πλατφορμών, πύλες πληρωμής, cd gateway, για την είσπραξη μέσω καρτών πληρωμής ή μέσω προπληρωμένων καρτών ή λογαριασμών paypal, η δε τηλεματική διάδοση του σήματος πραγματοποιείται μέσω web resources, που είναι τοποθετημένοι σε αντίστοιχες, πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Τη ...2019 κατασχέθηκαν οι διακομιστές (server), που καταλογίστηκαν στην πλατφόρμα λογισμικού που προσέφερε η ..., οι οποίοι αποδίδονται στους νόμιμους εκπροσώπους Θ. Λ. (αιτούντα) και Χ. Π., που κατοικούν στην Ελλάδα, Ωστόσο, αυτή η υποδομή έχει αποκατασταθεί ξανά με το όνομα ..., που οδηγεί στα ίδια πρόσωπα. Από υλικοτεχνική άποψη, προέκυψε ότι το σύστημα ... διανέμεται από τη σύζευξη σε διάφορες τοποθεσίες στην Ευρώπη (στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Μάλτα, την Ελλάδα, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βουλγαρία και αλλού), σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, όπου υφίστανται ολοκληρωμένα κέντρα αναμετάδοσης των ροών, που εντέχνως αποκωδικοποιούνται και στη συνέχεια κωδικοποιούνται εκ νέου και στη συνέχεια αποστέλλονται στους διακομιστές (server) για την αναμετάδοσή τους στους τελικούς αποδέκτες. Εξάλλου, από την τεκμηριωμένη ανάλυση των δεδομένων και των συσκευών, που είχαν κατασχεθεί τη ...2019, δόθηκε η δυνατότητα ποσοστοποίησης του κέρδους, ως προϊόν συνεργασίας, που ανέρχεται στο ποσό των 10.619.122, 22 ευρώ. Ως αποτέλεσμα αυτών των ερευνών ο Δικαστικός Ανακριτής των προκαταρκτικών ερευνών στην Ιταλία (GlP) διέταξε προληπτικά μέτρα, μέσω δήμευσης ενός ποσού ισοδύναμου με αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω, καθώς και την προληπτική προφυλάκιση στο πρόσωπο του αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης που έχει διεθνή χαρακτήρα. Για την ως άνω ανακριτική πράξη που ζητήθηκε και διενεργήθηκε τη ...2020, συντάχθηκε έκθεση με την ίδια ημερομηνία και τίτλο "έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης". Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι η ανακριτική πράξη της έρευνας σε κατοικία έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ένδικης δικαστικής συνδρομής και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους όρους της ελληνικής νομοθεσίας και δη κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 256 Κ.ΠΔ. Ακολούθως, κατόπιν υποβολής του υπ' αρ. πρωτ. ...2021 αιτήματος άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών από την Ανακρίτρια του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος Διεθνών Δικαστικών Συνδρομών του Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε το 1.182/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αφενός έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα της ως άνω Ανακρίτριας, δεχόμενο ότι η διερεύνηση της υπόθεσης για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις είναι αδύνατη, άλλως ουσιωδώς δυσχερής, χωρίς την αιτούμενη άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, και αφετέρου διατάχθηκε η άρση απορρήτου των επικοινωνιών και ειδικότερα το άνοιγμα του περιεχομένου των κατασχεθέντων στην οικία του υπόπτου κατωτέρω αναφερόμενων αντικειμένων, ήτοι: 1) ενός εσωτερικού σκληρού δίσκου της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, μάρκας Seagate με S/N ..., όπου δημιουργήθηκε αντίγραφο μνήμης RAM του σταθερού Η/Υ του υπόπτου, 2) ενός εσωτερικού σκληρού δίσκου κεντρικής μονάδας, μάρκας Western Digital με S/N ..., 3) ενός εσωτερικού σκληρού δίσκου τύπου M2 SSD, μάρκας SAMSUNG με S/N ..., 4) ενός εσωτερικού σκληρού δίσκου τύπου Μ2 SSD, μάρκας Sandisk με S/N ... 5) ενός δίσκου τύπου SSD, μάρκας Kingston με αριθμό ..., 6) ενός εξωτερικού μέσου αποθήκευσης μάρκας lntenso, με αριθμό ..., 7) ενός φορητού υπολογιστικού συστήματος μάρκας lntel W5 Pro, 8) ενός εξωτερικού μέσου αποθήκευσης μάρκας Verbatim, με αριθμό ..., 9) δυο εξωτερικών μέσων αποθήκευσης και 10) ενός εξωτερικού μέσου αποθήκευσης μάρκας Apacer USB3.0. Στη συνέχεια, συντάχθηκε η υπ' ...2023 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (Δ.Ε.Ε.) - Τμήμα 7ο Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων, σύμφωνα με την οποία, κατά την εργαστηριακή εξέταση των προαναφερόμενων πειστηρίων με αριθμούς: 1, 4 5, 7 έως 10, δεν εντοπίστηκαν ευρήματα που να σχετίζονται με την υπό εξέταση υπόθεση, παρά μόνο εντοπίστηκαν ευρήματα για τα πειστήρια με αριθμούς 2 και 3, ενώ για το με αριθμό 6 πειστήριο δεν κατέστη δυνατή η αποκρυπτογράφηση και, άρα, άντληση δεδομένων από αυτό. Το ιστορικό συνομιλιών των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης viber, signal και skype, που παρουσιάζεται στα παραρτήματα της εν λόγω έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης περιορίζεται μόνο στο περιεχόμενο που κρίνεται ότι εισφέρει αποδεικτικά στη διακρίβωση των εγκλημάτων, για τα οποία διατάχθηκε η άρση απορρήτου. Σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, ακολουθήθηκε η οριζόμενη στον Ν. 2225/1994, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, διαδικασία άρσης απορρήτου επικοινωνιών για τη διακρίβωση εγκλημάτων και συγκεκριμένα διατάχθηκε το άνοιγμα του περιεχομένου των κατασχεθέντων αντικειμένων, ώστε να ελεγχθούν οι σχετικές εγγραφές που συσχετίζονται με την υπό εξέταση υπόθεση, χωρίς να έχει τεθεί o χρονικός περιορισμός της διάρκειας των δυο μηνών που είναι το ανώτατο κάθε φορά χρονικό όριο άρσης του απορρήτου, καθόσον το άνοιγμα αναφέρεται σε ήδη καταγραφείσες εγγραφές και διενεργείται άπαξ και στιγμιαία, χωρίς να χρήζει ανάγκης ορισμού χρονικής διάρκειας της άρσης του απορρήτου, όπως ορθά δεν όρισε το 1.182/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι η Δ.ΕΕ. προχώρησε σε διενέργεια πράξεων άρσης απορρήτου μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος της άρσης απορρήτου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι ουδεμία άρση απορρήτου αφορά καταγραφή που έλαβε χώρα μετά την έκδοση του επίμαχου βουλεύματος, αλλά αντίθετα όλες οι καταγραφές επί των οποίων ήρθη το απόρρητο ανάγονταν στο παρελθόν. Το πότε συντάχθηκε η υπ' αρ. πρωτ. ...2023 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (Δ.Ε.Ε.) - Τμήμα 7ο Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων δεν επιδρά στη νομιμότητα της διαδικασίας άρσης απορρήτου, αρκεί αυτή (η εργαστηριακή εξέταση) να έλαβε χώρα με την έκδοση του σχετικού βουλεύματος και να αφορά τα πειστήρια, των οποίων διατάχθηκε το άνοιγμά τους, προϋποθέσεις που συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Ακολούθως, σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό περί παράνομης άρσης απορρήτου επικοινωνιών εκτός δημόσιων δικτύων, λεκτέα τα εξής. Στην παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος προβλέπεται η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, το απόρρητο όμως αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδια η συνταγματική διάταξη και συγκεκριμένα με τον εκτελεστικό του Συντάγματος προϊσχύσαντα Ν. 2225/1994 και ήδη Ν. 5002/2022 τίθενται γενικά οι προϋποθέσεις και οι όροι για την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας για διακρίβωση εγκλημάτων, καθώς και η διαδικασία της άρσης αυτής, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός δημόσιων και ιδιωτικών δικτύων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο προσφεύγων. Επίσης, και με το άρ. 4 του Ν. 3471/2006, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 201/37 της 31ης Ιουλίου 2002), ορίζεται ότι "1. Οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, προστατεύεται από το Απόρρητο των επικοινωνιών. Η άρση του απορρήτου είναι μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος, Επομένως, ούτε από τον τελευταίο ως άνω νόμο προκύπτει απαγόρευση άρσης απορρήτου επικοινωνιών εκτός δημόσιων δικτύων. Τέλος, σχετική απαγόρευση δεν προβλέπεται ούτε και στο Π.Δ. 47/10.3.2005 με τον τίτλο "Διαδικασίες καθώς και τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και για τη διασφάλισή του", όπου στο αρ 3 του Π.Δ. με τον τίτλο "Είδη επικοινωνίας" ορίζεται ότι "1. Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. 2. Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: α. Επιστολογραφία, ήτοι επιστολές, δέματα, ταχυμεταφορές στοιχείων, τηλεγραφήματα, κ.λπ. β. Τηλετυπική επικοινωνία (συνδρομητική). γ. Τηλεφωνική επικοινωνία, ήτοι σταθερή και κινητή τηλεφωνία. δ. Επικοινωνία δεδομένων μέσω δικτύων δεδομένων, μισθωμένων κυκλωμάτων κ.α. ε. Επικοινωνίες μέσω διαδικτύου (lnternet). στ. Ασυρματική επικοινωνία, ήτοι σταθερή ασύρματη πρόσβαση, επικοινωνία κλειστών ομάδων χρηστών κ.ά. ζ. Δορυφορική επικοινωνία, ήτοι επικοινωνία μέσω δορυφορικής σύνδεσης τελικού χρήστη (π, χ, VSAT). η. Επικοινωνία κάθε μορφής μέσω μισθωμένων κυκλωμάτων, θ. Υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας, που υπερτίθενται επί των προηγούμενων μορφών επικοινωνίας, αποτελούν Ιδίως: Ι.0 Αυτόματος τηλεφωνητής ΙΙ, Τα Τηλεομοιοτυπήματα (FAX) ΙΙΙ. Τα Γραπτά μηνύματα (SMS/MMS) IV. Οι Υπηρεσίες πληροφοριών V. Το Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο VI. Η πρόσβαση σε ιστοσελίδες VII. Η πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων VIII. Οι Ηλεκτρονικές συναλλαγές ΙΧ. Οι Τηλεδιασκέψεις Χ. Οι Πληροφορίες καταλόγου ΧΙ. Οι Υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ι. οι συνδυασμένες μορφές επικοινωνίας που περιλαμβάνουν περισσότερες της μιας από τις παραπάνω επικοινωνίες, όπως είναι π.χ. η πρόσβαση σε δίκτυα δεδομένων ή σε δίκτυα internet από το Επιλεγόμενο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο (PSTN). Ειδικότερα στις υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας είναι δυνατόν να διαφοροποιείται ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου (πρόσβαση στο διαδίκτυο) από τον πάροχο της συγκεκριμένης υπηρεσίας. ". Επιπλέον, όπως προκύπτει από την ίδια την επίμαχη έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης καταγράφηκαν μόνο εγγραφές που συσχετίζονται με την υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με τις επιταγές της παραγράφου 1 του άρ. 7 του Ν. 5002/2022 και της παραγράφου 9 του άρ. 5 του προϊσχύσαντος Ν. 2225/1994, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη. Σημειώνεται ότι ο αιτών προς υποστήριξη του εσφαλμένου ισχυρισμού του ότι η άρση απορρήτου επικοινωνιών είναι παράνομη επί επιφυών υπηρεσιών επικοινωνιών που διενεργούνται στο διαδίκτυο, ήτοι εκτός δημόσιων δικτύων, επικαλέστηκε και δυο δικαστικές αποφάσεις του Δ.Ε.Ε., όμως οι αποφάσεις αυτές, C-193/2018 και C-142/2018, ασχολούνται με εντελώς διαφορετικό θέμα και ειδικότερα ασχολούνται με την ερμηνεία της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 37), ενώ κρίθηκε από το Δ.Ε.Ε. στην μεν πρώτη ως άνω απόφασή του. C-193/2018. ότι η υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Gmail της Google δεν αποτελεί υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στη δε δεύτερη απόφασή του, C-142/2018, ότι η υπηρεσία που παρέχεται μέσω SkypeOut είναι υπηρεσία "παρεχόμενη επιπροσθέτως από πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου" (γνωστή ως "επιφυής υπηρεσία"), δηλαδή υπηρεσία διαθέσιμη μέσω διαδικτύου χωρίς τη συμμετοχή παραδοσιακού φορέα εκμετάλλευσης επικοινωνιών και αποτελεί "υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών".

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διατάσσοντας με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του την απόρριψη της από ...2023 αίτησης του αναιρεσείοντος, για αποχωρισμό από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία της αναφερόμενης έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε, προς εκτέλεση της υπ' αριθμ. ...2020 Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (Ε.Ε.Ε.), των δικαστικών αρχών της Ιταλίας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1182/2021 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο διέταξε την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του η ισχύς του οποίου σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 είχε δίμηνη διάρκεια, την υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης ενώ η ΔΕΕ προχώρησε στη διενέργεια πράξεων άρσης του απορρήτου αποθηκευμένων δεδομένων μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος κατά το ως άνω βούλευμα, επιλήφθηκε και αποφάνθηκε καθ' υπέρβαση της προαναφερόμενης από το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 5002/2022 εξουσίας του, καθόσον αφενός μεν καθόρισε το χρονικό εύρος της διαταχθείσας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, που αναφερόταν σε καταγραφές της επικοινωνίας (αποθηκευμένα δεδομένα), εφάπαξ, σε χρονικό διάστημα πέραν των δύο (2) μηνών, παρά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθ. 8 παρ. 4 του Ν. 5002/2022, που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προβλέπουν ότι η διάρκεια άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες και ότι οι παρατάσεις αυτής μπορούν να διατάσσονται για διάστημα δύο (2) μηνών, κάθε φορά, με την ίδια διαδικασία και υπό τον όρο της εξακολούθησης συνδρομής των λόγων άρσης του απορρήτου, έως το μέγιστο επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα άρσης των δέκα (10) μηνών, αφετέρου δε διέταξε την άρση του απορρήτου σε αποθηκευμένα δεδομένα για χρονικό διάστημα, αναγόμενο στο παρελθόν, μεγαλύτερο του οριζομένου από το νόμο, ως ανωτάτου, επιτρεπομένου διαστήματος διαρκείας της εν λόγω άρσης, που είναι δέκα (10) μήνες. Πέραν των ανωτέρω, το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε παραδοχές περί της τυχόν ύπαρξης λόγων για την θεμελίωση της εξακολούθησης της άρσης του απορρήτου των επίμαχων συνδέσεων για το πέραν του πρώτου διμήνου χρονικό διάστημα άρσης του απορρήτου.

Ως προς το συγκεκριμένο λόγο, το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δέχθηκε, με την υπ'αριθμ. 587/2025 απόφασή του ότι "....Όμως, η όλη διαδικασία της έρευνας των ως άνω κατασχεθέντων ψηφιακών αντικειμένων, για τα οποία ζητήθηκε η εξαγωγή του συνόλου των αποθηκευμένων σ' αυτά δεδομένων επικοινωνίας, που αναφέρονταν σε επιφυείς ["Over The Top" (ΟΤΤ)] υπηρεσίες επικοινωνιών, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υπάγεται στη διαδικασία άρσης του απορρήτου. Πράγματι, εφόσον πρόκειται για έρευνα στον τερματικό εξοπλισμό του υπόπτου, τα υπάρχοντα στον εξοπλισμό αυτόν παρελθοντικά στοιχεία επικοινωνίας, ήτοι περιεχόμενο και εξωτερικά στοιχεία - μεταδεδομένα των επικοινωνιών, δεν προστατεύονται από το απόρρητο και, συνεπώς, ο ανωτέρω εξοπλισμός θα μπορούσε να κατασχεθεί και ερευνηθεί, κατά την ανακριτική διαδικασία, για όλα τα ως άνω ψηφιακά δεδομένα, με βάση τις διατάξεις του ΚΠΔ και με παράλληλη τήρηση των οριζόμενων στην Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, όπως ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4624/2019 (Δ' Κεφάλαιο), δίχως να απαιτείται η τήρηση των διατάξεων για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και χωρίς οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό, με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, έτσι ώστε η έρευνα να περιορίζεται μόνο στα ενδιαφέροντα την υπόθεση στοιχεία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αιτών ισχυρίζεται ότι μη σύννομα διενεργήθηκαν πράξεις άρσης του απορρήτου μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος της, που διατάχθηκε με το υπ' αριθμ. 1182/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, (κατ' ορθή εκτίμηση) από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος, προεχόντως εξ αυτού του λόγου. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η άποψη ότι, για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών στον ως άνω κατασχεθέντα ψηφιακό εξοπλισμό, απαιτείται σχετική απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αυτή διατάσσεται εξαρχής για όλη την αναγκαία χρονική περίοδο και η σχετική διαδικασία δεν διενεργείται με την διαδοχική ανά δίμηνο άρση του απορρήτου...".

Για τα ζητήματα όμως αυτά οι ανωτέρω παραδοχές, έρχονται σε αντίθεση όπως προεκτέθηκε με όσα δέχθηκαν οι υπ' αριθμ. 4/2024 και 5/2024 αποφάσεις της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), από τις οποίες έγιναν δεκτά ότι:

α) στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας (περιεχόμενο και μεταδεδομένα), τα οποία εμπεριέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών αυτού, που διερευνώνται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, με συνέπεια να απαιτείται για την άρση του η τήρηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022.

β) Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται διαδοχικά ανά δίμηνο, για συνολικό χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών κατά τον ν. 2225/1994 και δέκα (10) μηνών κατά τον ν. 5002/2022.

Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών του Δικαστηρίου, ήτοι των Αρεοπαγιτών Γεωργίου Παπαγεωργίου, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Μαρίας Αρχοντάκη-Τραυλού-Τζανετάτου, Αναστασίας Καραμανίδου και Αμαλίας Βασιλοπούλου: "I. Κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος : "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής). Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α". Τα ελληνικά Συντάγματα του 19ου αιώνα προέβλεπαν το απαραβίαστο του απορρήτου των επιστολών. Το Σύνταγμα του 1927, στο άρθρο 12, επεξέτεινε την προστασία του απορρήτου, εκτός από τις επιστολές και στα τηλεφωνήματα και τηλεγραφήματα, ενώ το άρθρο 20 του Συντάγματος του 1952 όριζε ότι το απόρρητο των επιστολών και της ανταπόκρισης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απολύτως απαραβίαστο. Τέλος, στο ως άνω άρθρο 19 του Συντάγματος του 1975, σε σχέση με την προγενέστερη ρύθμιση, προστέθηκε το επίθετο "ελεύθερη" στο ουσιαστικό ανταπόκριση, καθώς επίσης και η λέξη "επικοινωνία". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημόσιων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφάλισης του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ' εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης), αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνον στα γραπτά μηνύματα (επιστολές), αλλά και σε οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών και, γενικότερα, διαδικτυακής επικοινωνίας. Συγκεκριμένα, καθιερώνεται η προστασία της επικοινωνίας, με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων, γνωμών και συναισθημάτων, μεταξύ φυσικών προσώπων, εφόσον διεξάγεται εντός πλαισίων οικειότητας και εμπιστευτικότητας. Προστατεύεται, δηλαδή, το δικαίωμα του ατόμου να μοιράζεται με πρόσωπο της επιλογής του σκέψεις, ιδέες και συναισθήματα, χωρίς τον κίνδυνο της αποκάλυψης αυτών σε τρίτους και χωρίς να ζει με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική έκφραση, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής επικοινωνίας, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του [(Ολ. ΑΠ 1/2001 (Ποιν)]. Γι' αυτό, σε περίπτωση που δεν συντρέχουν τα ως άνω προσδιοριστικά στοιχεία της επικοινωνίας, αλλά πρόκειται για απροκάλυπτη εγκληματική δράση, ιδίως δια τηλεφώνου ή μέσω διαδικτύου (πραγματοποίηση κακόβουλων κλήσεων, αποστολή κακόβουλων ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή διενέργεια τέτοιων αναρτήσεων στο διαδίκτυο και γενικώς χρήση του διαδικτύου για την τέλεση εγκληματικών πράξεων), δεν μπορεί να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών (βλ. υπ' αριθμ. 12/2009 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Με βάση δε τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), έκφανση του ανθρώπινου δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, κατ' άρθρο 8 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αποτελεί και το απόρρητο των επικοινωνιών, που καλύπτει την ασφάλεια και την προστασία της εμπιστευτικότητας των ταχυδρομικών επιστολών, των τηλεφωνικών κλήσεων (ΕΔΔΑ, Halford κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 25-6-1997, Amann v. Switzerland, απόφαση της 16-2-2000, Malone κατά Η.Β., απόφαση της 2-8-1984), του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και κάθε μορφής επικοινωνίας μέσω του διαδικτύου (ΕΔΔΑ, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 3-4-2007). Ειδικότερη μορφή ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελούν οι λεγόμενες επιφυείς ["Over The Top" (ΟΤΤ)] υπηρεσίες επικοινωνιών, δηλαδή υπηρεσίες, που είναι διαθέσιμες μέσω του δημόσιου διαδικτύου [όπως είναι οι φωνητικές υπηρεσίες μέσω του Πρωτοκόλλου Διαδικτύου (ΙΡ), οι υπηρεσίες άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου] και καθιστούν δυνατή τη διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ των μερών, χωρίς τη συμμετοχή "παραδοσιακού" παρόχου επικοινωνιών, ήτοι χωρίς να γίνεται άμεση χρήση των υποδομών των παραδοσιακών παρόχων. Τέτοιες επιφυείς υπηρεσίες προσφέρονται από τις δημοφιλείς εφαρμογές Viber, Skype, WhatsApp, Messanger κ.ά. [Για την έννοια και τις διακρίσεις των υπηρεσιών ΟΤΤ βλ. Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC), Report on OTT services, January 2016 - BoR (16)35 σελ. 14 και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, "Over the Top players (OTTs)", Study for the IMCO Committee, 2015, σελ. 21 επ.].

II. Στην επικοινωνία εξ αποστάσεως, παραδοσιακά γίνεται διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο της επικοινωνίας και στα εξωτερικά στοιχεία αυτής, που εξατομικεύουν τις περιστάσεις, υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα αυτή. Οι πληροφορίες, που μπορούσαν να αντληθούν από τα εξωτερικά στοιχεία των υπαρχόντων επικοινωνιακών μέσων, κατά τη θέσπιση των ως άνω Συνταγμάτων, ήταν περιορισμένες και χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, ως προς τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας, ήτοι τις επιστολές και τα τηλεγραφήματα αφενός και τη σταθερή τηλεφωνία αφετέρου, από τους μοναδικούς δημόσιους παρόχους (αφού δεν υπήρχε τότε κινητή τηλεφωνία, ούτε παροχή τέτοιων υπηρεσιών από ιδιώτες), τα στοιχεία αυτά ήταν κυρίως, στην πρώτη περίπτωση τα ονόματα του αποστολέα και του παραλήπτη (τα οποία ήταν άλλωστε εμφανή στον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο) και στη δεύτερη περίπτωση οι αριθμοί του καλούντος και καλούμενου αριθμού, τα πρόσωπα, στα οποία αυτοί ανήκαν, ο χρόνος και η διάρκεια της κλήσης. Προσθέτως, επισημαίνεται ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα, μεταξύ άλλων, ανώνυμης χρήσης των υπηρεσιών τηλεφωνίας, όπως συνέβη μεταγενέστερα με τη χρήση καρτοκινητών τηλεφώνων, ούτε ενδιαφέρον για τον εντοπισμό των θέσεων των συνομιλούντων (αφού ταυτιζόταν η διεύθυνση κατοικίας με τη θέση της τηλεφωνικής σύνδεσης), όπως συνέβη αργότερα με την κινητή τηλεφωνία και τον προσδιορισμό των θέσεων των μερών με την ενεργοποίηση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, ούτε αυτοματοποιημένης επεξεργασίας μεγάλου αριθμού σχετικών δεδομένων.

Συνεπώς, δεν θεωρήθηκε από τον συνταγματικό νομοθέτη ότι έχρηζαν αυξημένης συνταγματικής προστασίας τα εξωτερικά στοιχεία των επικοινωνιών και, συνεπώς, στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει καταρχήν μόνο το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αυτό γινόταν δεκτό από την κυρίαρχη συνταγματική θεωρία, που ακολουθήθηκε και από την πάγια πλέον νομολογία του Αρείου Πάγου [Ολ. ΑΠ 1/2017 (Πολ), ΑΠ 78/2021, ΑΠ 2120/2018, ΑΠ 1...1/2016, ΑΠ 689/2014, ΑΠ 203/2014, ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 570/2006 και από τη θεωρία, αντί άλλων, Αρ. Μάνεση, Α' Ατομικές Ελευθερίες, δ` έκδοση, 1982 σελ. 238, Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975, έκδ. 1982, σελ. 293, Ν. Αλιβιζάτο, γνωμοδότηση, σε ΔΙΜΕΕ 2017/8 επ., αντίθ. ΑΠ 1421/2010, ΑΠ 924/2009, ΣτΕ 1593/2016]. Όμως, με τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, την ψηφιοποίηση της επικοινωνίας, την καθολική χρήση των κοινωνικών δικτύων, την παγκόσμια επικράτηση των φορητών μέσων επικοινωνίας και την ευχέρεια επεξεργασίας τεράστιου όγκου δεδομένων, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, το τοπίο άλλαξε άρδην στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και, ειδικότερα, στη σημασία των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, που πλέον χαρακτηρίζονται και ως μεταδεδομένα της επικοινωνίας, τα οποία αποτελούν δεδομένα, που παράγονται ως συνέπεια της διενέργειας μιας επικοινωνίας και αποκαλύπτουν πληθώρα στοιχείων για το γεγονός της επικοινωνίας, ήτοι (ενδεικτικώς, τα δεδομένα κίνησης και θέσης, τα ονοματεπώνυμα, τη διεύθυνση, τους τηλεφωνικούς αριθμούς καλούντος και καλουμένου, τη διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου - IP address για τις υπηρεσίες του διαδικτύου, την ημερομηνία, την ώρα έναρξης, λήξης καθώς και τη διάρκεια της επικοινωνίας, την αναπάντητη κλήση, το κενό μήνυμα κ.ο.κ.). Ως εκ τούτου, τα μεταδεδομένα επικοινωνίας αποτελούν μια πλούσια πηγή προσωπικών πληροφοριών για τους χρήστες - υποκείμενα, βάσει των οποίων, μέσω εξελιγμένων υπολογιστικών προγραμμάτων και της δυνατότητας ευχερούς συλλογής, αποθήκευσης και επεξεργασίας τεράστιου όγκου δεδομένων προσωπικών επικοινωνιών, μπορούν να αποκαλύψουν ζωτικές πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή των υποκειμένων, όπως τις πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, τις φιλικές, ερωτικές ή επαγγελματικές σχέσεις τους, την καταναλωτική τους συμπεριφορά, τις προσωπικές προτιμήσεις τους, την οικονομική τους κατάσταση, τη γεωγραφική θέση του χρήστη - συνδρομητή σε καθημερινή βάση, πληροφορίες τις οποίες τα άτομα δεν είχαν καμία πρόθεση να μοιραστούν δημοσίως. Ενόψει αυτών, έχει σχετικοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό, η διάκριση μεταξύ περιεχομένου και εξωτερικών στοιχείων - μεταδεδομένων των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ένταξη και των στοιχείων αυτών στην προστατευτική εμβέλεια του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν υπήρξε τέτοια βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, η οποία μάλιστα δεν εκδηλώθηκε ούτε κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, όταν υπήρξε μείζων παρέμβαση στο κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων και στο άρθρο 19, στο οποίο έγιναν σημαντικές προσθήκες), μολονότι είχαν ανακύψει έντονα τα σχετικά ζητήματα και υπήρχε εκτεταμένη προβληματική, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση γι' αυτά, ούτε όμως και κατά τις επακολουθήσασες συνταγματικές αναθεωρήσεις του 2008 και του 2019. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να οδηγήσει, συλλήβδην, σε υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος και των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας ούτε η λεγόμενη "δυναμική ερμηνεία" του Συντάγματος, που συνίσταται στην αλλαγή του νοήματος των συνταγματικών διατάξεων στο πέρασμα του χρόνου, παρότι δεν έχει συντελεσθεί συνταγματική αναθεώρηση και στην επιτρεπτή μεταβολή του νοήματος των συνταγματικών διατάξεων, χωρίς μεταβολή της γραμματικής τους διατύπωσης λόγω μεταβολής των συνθηκών. Όμως, η μη συμπερίληψη των εξωτερικών στοιχείων - μεταδεδομένων των επικοινωνιών στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορεί να θεσμοθετηθεί η προστασία του απορρήτου αυτών από τον κοινό νομοθέτη, οπότε η άρση του μπορεί να προβλέπεται να γίνεται είτε με τις ίδιες προϋποθέσεις, είτε με μεγαλύτερη ευελιξία (εφόσον επιτρέπεται από το ενωσιακό δίκαιο), χωρίς δηλαδή τα αυστηρά συνταγματικά προαπαιτούμενα (για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων). Αντιθέτως, αυτό επιβάλλεται όταν απαιτείται η εισαγωγή εθνικής νομοθεσίας για τη συμμόρφωση με ενωσιακή νομοθεσία (οδηγίες), που ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα. Πράγματι, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αρχικά, εκδόθηκε η Οδηγία 97/66/ΕΚ, περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, στην οποία τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας διακρίθηκαν σε δεδομένα κίνησης και χρέωσης. Στη συνέχεια, τα ευρωπαϊκά νομοθετικά όργανα προχώρησαν στην προσαρμογή τόσο της ως άνω Οδηγίας 97/66/ΕΚ, όσο και της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, στις νεότερες εξελίξεις των αγορών και των τεχνολογιών των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, για τον λόγο αυτό, εξέδωσαν την Οδηγία 2002/58/ΕΚ (E-Privacy Directive), σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ώστε να διασφαλιστεί ο πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την οδηγία αυτή καθιερώθηκε το απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διευρύνθηκε το πεδίο προστασίας των μεταδεδομένων επικοινωνίας, καθώς προστέθηκε, στις ήδη υπάρχουσες επιμέρους έννοιες των δεδομένων κίνησης και χρέωσης, η έννοια των δεδομένων θέσης, που υπάγονται στην προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, απαγορεύθηκε κάθε ενέργεια ακρόασης, υποκλοπής, αποθήκευσης ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησής τους, εκτός αν υπάρχει σχετική νόμιμη άδεια, ενώ ρυθμίστηκε το ζήτημα της διατήρησης και επεξεργασίας των μεταδεδομένων επικοινωνίας των συνδρομητών, για περιορισμένο χρόνο, για λόγους που αφορούν στη μετάδοση της επικοινωνίας, υπό ορισμένες επιφυλάξεις, αναφερόμενες αφενός μεν στη χρέωση της επικοινωνίας, την εμπορική προώθηση των υπηρεσιών και την παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας (δεδομένα κίνησης), αφετέρου δε υπό την προϋπόθεση της ανωνυμοποίησής τους ή της συγκατάθεσης των χρηστών (δεδομένα θέσης). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 της ίδιας Οδηγίας, δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη μέλη να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα, ώστε να εισάγουν εξαιρέσεις από την υποχρέωση της τήρησης του απορρήτου των δεδομένων επικοινωνίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων. Για τον σκοπό αυτό, ορίσθηκε ότι τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα, που επιβάλλουν στους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση να διατηρούν δεδομένα επικοινωνίας για ορισμένο χρονικό διάστημα, όταν αυτό δικαιολογείται από έναν εκ των ανωτέρω σκοπών. Ακολούθησε η έκδοση της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ, με την οποία τροποποιήθηκε η Οδηγία 2002/58/ΕΚ, καθώς προβλέφθηκε η υποχρεωτική προληπτική διατήρηση και επεξεργασία των μεταδεδομένων επικοινωνίας όλων ανεξαιρέτως των χρηστών και η μη διαγραφή τους από τους παρόχους για χρονικό διάστημα από έξι μήνες έως δύο χρόνια, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, με σκοπό τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Όμως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει της απόφασης Digital Rights Ireland της 8-4-2014, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/12 και C-594-12, κήρυξε ανίσχυρη την εν λόγω Οδηγία, δεχόμενο ότι οι ρυθμίσεις της δεν ήταν συμβατές με τα άρθρα 7, 8 και 52 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαναφέροντας με αυτόν τον τρόπο σε ισχύ το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο, σχετικά με τη διατήρηση των μεταδεδομένων επικοινωνίας, ήτοι του άρθρου 15 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ. Επισημαίνεται δε ότι ένας από τους κύριους λόγους, που επικαλέσθηκε το ΔΕΕ, για την ως άνω κρίση του, ήταν, όπως αναφέρεται στην απόφαση, ότι, κατά τις προβλέψεις της νέας οδηγίας: "....η πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές δεν εξαρτάται από προηγούμενο έλεγχο πραγματοποιούμενο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, με απόφαση σκοπούσα να περιορίσει την πρόσβαση στα δεδομένα και την εν συνεχεία χρήση τους στον απολύτως αναγκαίο βαθμό....". Συναφώς, στην εσωτερική νομοθεσία, θεσμοθετήθηκαν τα ακόλουθα: Στο π.δ. 47/2005 (Διαδικασίες καθώς και τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και για τη διασφάλισή του), που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης του ν. 3115/2003, ακολουθήθηκαν τα οριζόμενα στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ, με αποτέλεσμα να προβλεφθεί σαφώς η υπαγωγή των δεδομένων κίνησης και θέσης κάθε είδους επικοινωνίας, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών, στο πεδίο προστασίας του επικοινωνιακού απορρήτου. Με το ανωτέρω π.δ. περιγράφηκαν αναλυτικά τα είδη και οι μορφές, καθώς και τα στοιχεία της επικοινωνίας, που υπάγονται στην προστασία του απορρήτου. Μεταξύ των πρώτων περιλαμβάνονται και οι επικοινωνίες μέσω διαδικτύου (Internet), ενώ, μεταξύ των δεύτερων περιλαμβάνονται και τα εξωτερικά στοιχεία - μεταδεδομένα, για τα οποία προβλέπεται ότι εφαρμόζεται η διαδικασία άρσης του απορρήτου, σύμφωνα με το ν. 2225/1994. Κατ' αυτόν τον τρόπο, στο ως άνω π.δ. ορίζεται ότι αντικείμενο μιας διάταξης άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας αποτελούν και τα μεταδεδομένα επικοινωνίας, τα οποία αναλύει εξαντλητικά (άρθρα 4, 7). Περαιτέρω, δυνάμει του ν. 3471/2006, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2002/58/ΕΚ, κατά τα οριζόμενα σ' αυτήν, στο πλαίσιο της παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας διακρίθηκαν σε δεδομένα κίνησης και θέσης και εντάχθηκαν στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, επιπλέον δε ορίσθηκε ότι η άρση του απορρήτου αυτών γίνεται υπό τις προϋποθέσεις και κατά τις διαδικασίες, που προβλέπονται στο άρθρο 19 του Συντάγματος (άρθρο 4 παρ. 1), ήτοι σύμφωνα με τον ν. 2225/1994. Επιπροσθέτως, με τον ν. 3783/2009 προβλέφθηκε η υποχρέωση των παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ταυτοποίησης των χρηστών υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, με την καταγραφή των προσωπικών στοιχείων των συνδρομητών, αλλά και των στοιχείων ταυτοποίησης των κινητών συσκευών και καρτών SIM. Ορίσθηκε δε ότι η πρόσβαση των διωκτικών αρχών στα τηρούμενα από τον πάροχο στοιχεία ταυτότητας συνδρομητή και ταυτοποίησης κινητού τερματικού (που αποτελούν εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας) επιτρέπεται υπό τους όρους του άρθρου 4 του ν. 2225/1994 (άρθρο 5), δηλαδή αυτά υπάγονται στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Εξάλλου, δυνάμει του ν. 3917/2011, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη η ως άνω (ακυρωθείσα εκ των υστέρων από το ΔΕΕ) Οδηγία 2006/24/ΕΚ, προβλέφθηκε η υποχρέωση των παρόχων διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσιου δικτύου επικοινωνιών να διατηρούν τα μεταδεδομένα επικοινωνίας όλων ανεξαιρέτως των συνδρομητών, ήτοι τα δεδομένα κίνησης και θέσης, ακόμα και των ανεπιτυχών κλήσεων, επί δώδεκα μήνες από την ημερομηνία της επικοινωνίας, προκειμένου τα δεδομένα αυτά να καθίστανται διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, ενώ προβλέπεται ότι, μετά την πάροδο του δωδεκαμήνου, τα ως άνω αποθηκευμένα δεδομένα καταστρέφονται με αυτοματοποιημένο τρόπο. Ρητά δε αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου ότι η εν λόγω υποχρέωση των παρόχων δεν περιλαμβάνει τη διατήρηση του περιεχομένου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενώ, στο άρθρου 4 του νόμου ορίζεται ότι τα ως άνω διατηρούμενα δεδομένα "....παρέχονται μόνο στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόσβασης που ορίζονται στο ν. 2225/1994", δηλαδή υπάγονται στο απόρρητο των επικοινωνιών και η άρση του απορρήτου αυτών γίνεται υπό τις προϋποθέσεις και κατά τη διαδικασία του σχετικού ν. 2225/1994. Τέλος, με το άρθρο 254 του νέου ΚΠΔ (ν. 4620/2019), ορίσθηκε ότι για τα αναφερόμενα σ' αυτό σοβαρά εγκλήματα, η έρευνα μπορεί να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών ή των δεδομένων θέσης και κίνησης αυτών, με την τήρηση των εγγυήσεων και τις διαδικασίες των άρθρων 4 και 5 του ν. 2225/1994. Από τα ανωτέρω συνάγεται σαφέστατα ότι τα διατηρούμενα από τους παρόχους, σύμφωνα με τον νόμο, εξωτερικά στοιχεία - μεταδεδομένα των χρηστών των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που, όπως προεκτέθηκε δεν υπάγονται στην προστατευτική εμβέλεια του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, βάσει της κοινής νομοθεσίας, που εισήχθη προς εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο, υπάγονται στο απόρρητο των επικοινωνιών, όπως ακριβώς το περιεχόμενο της επικοινωνίας, η δε άρση του απορρήτου αυτών, για όσο χρονικό διάστημα διατηρούνται από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ήτοι για δώδεκα μήνες), γίνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και κατά την ίδια, καταρχήν, διαδικασία, που ορίζεται στον σχετικό εφαρμοστικό νόμο του Συντάγματος, ήτοι προηγουμένως στον ν. 2225/1994 και ήδη στον ν. 5002/2022.

III. Η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται και λήγει με το πέρας της. Συγκεκριμένα, η προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Αντιθέτως, το προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής, που έχει αποτυπωθεί σε υλικό φορέα, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος, διότι δεν μπορούσε να συλλεγεί παρά μόνο κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και, για τον λόγο αυτόν προβλέπεται αυστηρή ποινική μεταχείριση της χρήσης και ειδικότερα της αναμετάδοσης του προϊόντος υποκλοπής, όχι μόνο τη στιγμή που αυτή πραγματοποιείται, αλλά και πολύ μεταγενέστερα. Ειδικότερα, η δικαιολογητική βάση της καθιέρωσης του απορρήτου των επικοινωνιών έγκειται στο γεγονός ότι τα πρόσωπα που επικοινωνούν βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους και πρέπει να εμπιστεύονται τρίτους, δηλαδή τα πρόσωπα ή τους φορείς, που διαμεσολαβούν είτε οι ίδιοι είτε και με τη χρήση της τεχνολογικής υποδομής που διαθέτουν, για τη μεταφορά του μηνύματος, καθόσον, σ' αυτό το χρονικό στάδιο είναι αυξημένοι οι κίνδυνοι να περιέλθει το μήνυμα στη γνώση τρίτων χωρίς τη βούληση των επικοινωνούντων. Δηλαδή, ο κρίσιμος παράγοντας για την καθιέρωση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι η έλλειψη ελέγχου των μερών κατά τη μεταβίβαση του μηνύματος. Αφότου, όμως, ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος, αυτό περιέρχεται στη σφαίρα επιρροής του και, έκτοτε, η ληφθείσα επιστολή, καθώς επίσης, τα αποθηκευμένα [είτε στον τερματικό εξοπλισμό του, όπως τηλέφωνο, υπολογιστή κλπ, είτε και στο υπολογιστικό νέφος ή σύστημα νεφοϋπολογιστικής (cloud computing), που αποτελεί έναν επιπλέον ψηφιακό χώρο αποθήκευσης δεδομένων (άρθρ. 2 αρ. 61 ν. 4727/2020)], περιεχόμενο επικοινωνίας και εξωτερικά στοιχεία - μεταδεδομένα αυτής δεν διαφέρουν (από άποψη ανεπιθύμητης διαρροής τους σε τρίτους), από άλλα αρχεία δεδομένων, που δημιουργήθηκαν εξαρχής από τους ίδιους τους χρήστες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθόσον πλέον δεν υφίστανται οι ανωτέρω κίνδυνοι (της έλλειψης ελέγχου αυτών), ενώ ο ίδιος ο παραλήπτης, που ελέγχει πλέον το μήνυμα, μπορεί να πράξει ό, τι νομίζει σε σχέση μ' αυτό. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να κρατήσει την επιστολή που έλαβε, να την δώσει σε τρίτον, να την καταστρέψει κλπ, ενώ τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έλαβε, μπορεί επίσης να τα διατηρήσει, να τα αλλοιώσει, να τα ανωνυμοποιήσει, να τα διαγράψει κλπ, όπως επίσης μπορεί να χρησιμοποιήσει κωδικούς πρόσβασης, να κάνει χρήση προγραμμάτων κρυπτογράφησης ή ακόμη και να καταστρέψει τη συσκευή, που χρησιμοποίησε για την ηλεκτρονική επικοινωνία. Κατ' αντιδιαστολή, επισημαίνεται ότι η έλλειψη ελέγχου των επικοινωνούντων στα τηρούμενα από τους παρόχους των ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταδεδομένα, σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν για την δυνατότητα άντλησης πλήθους στοιχείων από αυτά, αποτελεί τη δικαιολογητική βάση, που οδήγησε τον ενωσιακό και τον εσωτερικό νομοθέτη στην υπαγωγή των μεταδεδομένων αυτών, για επικοινωνίες, στις οποίες έχει ήδη γίνει η μεταβίβαση των μηνυμάτων, στις περί απορρήτου διατάξεις, κατά τα προαναφερθέντα. Πέραν αυτών, δεν θα ήταν ρεαλιστικό να θεωρηθεί ότι το αρχείο επιστολών, που διατηρεί κάποιος στην οικία του ή τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που διατηρεί κάποιος στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή ή και στο υπολογιστικό νέφος, επί σειρά ετών ή και δεκαετιών, υπάγονται στις διατάξεις περί απορρήτου.

Συνεπώς, από το χρονικό σημείο της, κατά τα άνω, λήξης της επικοινωνίας και έπειτα, κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων ή του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος αντιστοίχως) και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (ΕΔΔΑ, Libert κατά Γαλλίας, απόφαση της 22-2-2018, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 3-4-2007), αλλά το μεν μήνυμα δεν καλύπτεται πλέον από τη συνταγματική προστασία του απορρήτου, τα δε εξωτερικά στοιχεία, όπως προεκτέθηκε, δεν υπάγονται στη συνταγματική αυτή προστασία [Ολ. ΑΠ 1/2017 (Πολ.), ΑΠ 954/2020 και από την παλαιά νομολογία ήδη του 19ου αιώνα (για το απόρρητο των επιστολών) τις αναφερόμενες από τον Ν. Αλιβιζάτο στη γνωμοδότησή του, σε ΔΙΜΕΕ 2017/8 επ., ΑΠ 248/1871, 169/1893, 76/1894, 245/1899, από δε τη θεωρία, αντί άλλων, Ν. Σαρίπολο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου της Ελλάδος, 1923 σελ. 146-147, Αρ. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, Α` Ατομικές ελευθερίες, δ` έκδοση, 1982, σελ. 232 επ., Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα, δ` έκδοση, 2012, σελ. 353 επ., Ν. Αλιβιζάτο, γνωμοδότηση, σε ΔΙΜΕΕ 2017/8 επ.]. Αντιθέτως, ουδέποτε υποστηρίχθηκε ευθέως σε απόφαση του Αρείου Πάγου ή άλλου Δικαστηρίου το αντίθετο, ήτοι ότι η συνταγματική προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας επεκτείνεται και μετά τη λήξη της, στο περιεχόμενο και στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, ειδικότερα δε ότι περιλαμβάνει και τα αποθηκευμένα στον τερματικό εξοπλισμό του επικοινωνούντος ψηφιακά δεδομένα, ούτε, βέβαια, υποστηρίχθηκε ότι κάτι τέτοιο ορίσθηκε νομοθετικά. Στις υπ' αριθμ. 4 και 5/2024 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αντιμετωπίσθηκε μόνο το ζήτημα του τρόπου άρσης του απορρήτου των στοιχείων παρελθοντικών επικοινωνιών και μόνο εμμέσως προέκυπτε ότι η άρση του απορρήτου αφορά και σε αποθηκευμένα παρελθοντικά ψηφιακά στοιχεία επικοινωνιών σε υλικούς φορείς, διότι, στις υποθέσεις εκείνες, περιλαμβάνονταν στα προσβαλλόμενα με αναίρεση υπέρ του νόμου βουλεύματα (πέραν των αιτούμενων παρελθοντικών στοιχείων επικοινωνιών από παρόχους) και τέτοια αποθηκευμένα δεδομένα (σε υλικούς φορείς), χωρίς να αφορά η ασκηθείσα αναίρεση και στο ζήτημα αυτό, ούτε βέβαια να υφίσταται κάποια σκέψη ή παραδοχή στις προαναφερόμενες αποφάσεις ότι το απόρρητο αυτό είχε κάποια νομοθετική ή, πολύ περισσότερο, συνταγματική θεμελίωση. IV. Προσθέτως, για το ανωτέρω ζήτημα της συνταγματικής προστασίας ή μη των δεδομένων της επικοινωνίας, μετά την ολοκλήρωσή της και, ειδικότερα, των αποθηκευμένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών στις τερματικές συσκευές επικοινωνίας, σε αποθηκευτικά μέσα εγγραφής πληροφοριών (άρθρ. 13 γ' ΠΚ) καθώς και σε πληροφοριακά συστήματα (άρθρ. 13 στ' ΠΚ) των χρηστών, πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Α) όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπεται ότι, με τον εφαρμοστικό του νόμο, ορίζονται οι εγγυήσεις, υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Δηλαδή, κατά τη συνταγματική διάταξη, η άρση του απορρήτου μπορεί να λάβει χώρα μόνο εφόσον η κρινόμενη υπόθεση, πέραν των λόγων εθνικής ασφάλειας, έχει ποινική διάσταση. Αυτό είναι εύλογο, διότι, όπως προεκτέθηκε, κατά την επικοινωνία, στη διάρκεια της οποίας και μόνο περιορίζεται το συνταγματικό απόρρητο, μόνο ποινικές αξιολογήσεις μπορούν να θεωρηθούν πολύ σημαντικές, ώστε να επιβάλλουν την άρση του. Εάν, όμως, θεωρηθεί ότι το συνταγματικό απόρρητο εκτείνεται και πέραν της λήξης της επικοινωνίας, αναγκαίως ανακύπτουν και άλλες διαστάσεις του ζητήματος της προστασίας του. Συγκεκριμένα, 1) μπορεί να προκύψει, καταρχήν, στην αστική του διάσταση, όπως, για παράδειγμα συμβαίνει στο πραγματικό της ως άνω Ολ. ΑΠ 1/2017 (Πολ), που αναφέρεται σε ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails) εργαζομένων σε εμπορική εταιρεία προς ανταγωνιστές της από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που τους είχε διαθέσει η εταιρεία και ήταν ιδιοκτησίας της, τα οποία (μηνύματα) ήταν αποθηκευμένα στους εταιρικούς υπολογιστές. Επίσης, έντονα ανακύπτει η αστική διάσταση του ζητήματος σε σχέση με τη δυνατότητα λήψης υπόψη ή όχι, ως νόμιμων αποδεικτικών μέσων, από τα πολιτικά, αλλά και τα υπόλοιπα δικαστήρια της ουσίας, ηλεκτρονικών μηνυμάτων επικοινωνιών, που είχαν προηγηθεί, μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ διαδίκου και τρίτου ή μεταξύ τρίτων, τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στον ψηφιακό εξοπλισμό αυτών και εισφέρονται στη δίκη, χωρίς, βέβαια, να έχει προηγηθεί η διαδικασία άρσης του απορρήτου γι' αυτά. 2) Μπορεί, όμως, να προκύψει το ζήτημα και στη διοικητική του διάσταση. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3959/2011, προς εκπλήρωση των καθηκόντων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι εντεταλμένοι υπάλληλοί της, μεταξύ άλλων, έχουν την αρμοδιότητα "α) να ελέγχουν....και την ηλεκτρονική εμπορική αλληλογραφία των επιχειρηματιών, διοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, διαχειριστών και γενικά εντεταλμένων τη διοίκηση ή διαχείριση προσώπων, καθώς και του προσωπικού των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής τους και οπουδήποτε και εάν αυτά φυλάσσονται και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους και έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες, στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο επιχείρηση, β) να προβαίνουν σε κατασχέσεις, να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των βιβλίων, εγγράφων, καθώς και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, τα οποία αφορούν σε επαγγελματικές πληροφορίες και, όταν το κρίνουν σκόπιμο, να συνεχίζουν την έρευνα πληροφοριών και να επιλέγουν αντίγραφα ή αποσπάσματα στους χώρους της Επιτροπής Ανταγωνισμού ή σε άλλους καθορισμένους χώρους, γ) να ελέγχουν και να συλλέγουν πληροφορίες και δεδομένα κινητών τερματικών, φορητών συσκευών, των εξυπηρετητών τους και το υπολογιστικό νέφος, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων αυτών". Επισημαίνεται δε ότι η ως άνω νομοθετική ρύθμιση έγινε προς εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 67 παρ. 3 περ. α' και 4 περ. δ' του ν. 4514/2018, "....η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να:.... α) έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο στοιχείο, σε οποιαδήποτε μορφή, τα οποία θεωρεί ότι μπορεί να είναι συναφή με την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της και να λαμβάνει αντίγραφό τους, .....δ) απαιτεί τα υφιστάμενα αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλα αρχεία διακίνησης δεδομένων που κατέχουν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., τα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα εποπτευόμενα πρόσωπα, που υπόκεινται στον παρόντα, στον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 και την Οδηγία 2014/65/ΕΕ και να λαμβάνουν αντίγραφά τους". Ομοίως, οι ως άνω αρμοδιότητες χορηγήθηκαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς νομοθετικά, προς εναρμόνιση με τα οριζόμενα στην Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014. Καταρχάς, αν στην προστασία του απορρήτου του Συντάγματος εντάσσονταν και τα στοιχεία των επικοινωνιών (περιεχόμενο και εξωτερικά στοιχεία), που είχαν διενεργηθεί στο παρελθόν, όπως τα αρχεία των επιστολών, που διατηρούν στις οικίες τους οι πολίτες ή τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που διατηρούν αποθηκευμένα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στα κινητά τους τηλέφωνα ή και στο υπολογιστικό νέφος, ασφαλώς, πέραν των προβλέψεων του Συντάγματος περί της άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, θα έπρεπε να περιλαμβάνονται σ' αυτό (στο Σύνταγμα) αντίστοιχες προβλέψεις για την κάμψη του απορρήτου στις ανακύπτουσες σχετικές υποθέσεις, που έχουν είτε αστική, είτε διοικητική διάσταση, πράγμα που, βέβαια, ουδόλως συμβαίνει. Άλλως, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι το απόρρητο στις περιπτώσεις αυτές είναι απόλυτο, πράγμα που ασφαλώς δεν θα ήταν εύλογο, καθόσον μάλιστα η προσβολή των δικαιωμάτων του προσώπου είναι σαφώς εντονότερη όταν γίνεται παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας του κατά τη διάρκεια της διενέργειάς της, σε σχέση με την αποκάλυψη στοιχείων της, εκ των υστέρων, τα οποία, για παράδειγμα, είναι αποθηκευμένα σε κάποιον υλικό φορέα και μάλιστα όταν πρόκειται για την αστική ή διοικητική διάσταση του ζητήματος, οπότε η προσέγγιση θα έπρεπε να είναι πολύ ελαστικότερη. Επομένως, συνάγεται σαφέστατα ότι ουδόλως υπήρξε βούληση του συνταγματικού νομοθέτη για συμπερίληψη και των ως άνω αποθηκευμένων, στους υλικούς φορείς των χρηστών, παρελθοντικών στοιχείων των επικοινωνιών, στην προστασία του απορρήτου. Β) Πέραν αυτού, όμως, ως ένα μικρό δείγμα των προβλημάτων, που μπορεί να ανακύψουν, με την αποδοκιμαζόμενη άποψη, της διατήρησης της προστασίας του συνταγματικού απορρήτου των επικοινωνιών και στα αποθηκευμένα, στους υλικούς φορείς των επικοινωνούντων, ψηφιακά δεδομένα, επισημαίνεται ότι, βάσει αυτής, ούτε οι υπάλληλοι της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ούτε οι συνάδελφοί τους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς θα μπορούσαν να κατάσχουν, να απαιτούν, να λαμβάνουν και να ερευνούν ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, δεδομένα κινητών τερματικών, φορητών συσκευών, των εξυπηρετητών τους και στο υπολογιστικό νέφος των ερευνώμενων προσώπων, αφού τα στοιχεία αυτά θα προστατεύονταν από το συνταγματικό απόρρητο, ενώ οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες χορηγούνται στους ως άνω υπαλλήλους τα δικαιώματα αυτά, θα ήταν αντισυνταγματικές. Εξάλλου, δεν θα υπήρχε η δυνατότητα να προβλεφθεί ότι οι ως άνω ενέργειες θα μπορούσαν να γίνουν μετά από άδεια δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, καθόσον αυτές δεν λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια προανακριτικών διαδικασιών για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Εν τέλει, ενόψει αυτών, η Ελλάδα θα ήταν υπόλογη έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι δεν θα εφάρμοζε τα επιβαλλόμενα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Οδηγίες (βλ. την αντίστοιχη προβληματική για τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Πορτογαλίας, στις προτάσεις της 20ής Ιουνίου 2024, της Γενικής Εισαγγελέως του ΔΕΕ, επί των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C?258/23 έως C?260/23). Γ) Περαιτέρω, εφόσον γινόταν δεκτή η συνταγματική προστασία των παρελθοντικών στοιχείων των επικοινωνιών και, ειδικότερα, των αποθηκευμένων ψηφιακών δεδομένων των χρηστών, αναγκαίως, σε περίπτωση κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων, που, κατά τον νόμο, διενεργείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 265 του ΚΠΔ (η οποία εισήχθη κατά τα επιβαλλόμενα στο άρθρο 19 της Σύμβασης της Βουδαπέστης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, για το Κυβερνοέγκλημα, που κυρώθηκε με τον ν. 4411/2016), η πρόσβαση στο περιεχόμενό τους και η έρευνα αυτών δεν θα γίνεται, όπως προβλέπεται στη διάταξη αυτή, δηλαδή ως απλή ανακριτική πράξη, αλλά με την τήρηση των διατάξεων του ν. 5002/2022, για την άρση του απορρήτου, ήτοι: α) μόνο εφόσον πρόκειται για κάποιο από τα προβλεπόμενα στον νόμο "ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα", (δηλαδή τα εγκλήματα, που περιλαμβάνονται περιοριστικά στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 5002/2022), για τα οποία δικαιολογείται η άρση του απορρήτου, ενώ για τα υπόλοιπα αδικήματα δεν θα υπάρχει η δυνατότητα απόκτησης στοιχείων από το ως άνω ψηφιακό υλικό και β) μετά από προηγούμενο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ή διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή ανακριτή και τήρηση των σχετικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 4 και 8 παρ. 4 του ν. 5002/2022. Δηλαδή, ενώ βρίσκεται στα χέρια των αρχών πολύτιμο ψηφιακό υλικό (δεδομένα κινητού τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή κλπ), που πολλές φορές είναι κρίσιμης σημασίας να ερευνηθεί και να αξιοποιηθεί άμεσα, θα πρέπει να ακολουθείται η προαναφερόμενη χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία και μάλιστα μόνο εφόσον πρόκειται για τη διερεύνηση των ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων (ενώ για τα λοιπά εγκλήματα δεν θα υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης του ως άνω υλικού προς διερεύνησή τους), χωρίς να εξυπηρετείται κάποια εύλογη σκοπιμότητα. Σημειώνεται δε, ιδιαιτέρως, ότι και ο κοινός νομοθέτης θεωρεί αυτονόητο ότι τα ευρισκόμενα σε υλικούς φορείς ή στο υπολογιστικό νέφος ψηφιακά δεδομένα των επικοινωνιών, που διενεργήθηκαν στο παρελθόν, δεν υπάγονται στις διατάξεις περί απορρήτου, γι' αυτό καθόρισε ειδικώς στο ανωτέρω άρθρο 265 ΚΠΔ την διαδικασία κατάσχεσής τους και, ειδικότερα, της διερεύνησής τους στην παρ. 5 αυτού, με δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτά μόνο σε όσους ασκούν δικαστικά, εισαγγελικά και ανακριτικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς και στους αρμόδιους γραμματείς.

Συνεπώς, καθίσταται εμφανέστατη η ορθότητα της ως άνω υποστηριζόμενης άποψης.

V. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, ως προς τη σχέση της ως άνω Οδηγίας 2002/58 με εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις συλλογής, διατήρησης και διαβίβασης σε αρμόδιες κρατικές αρχές δεδομένων επικοινωνίας, για σκοπούς δημόσιας και εθνικής ασφάλειας και αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, το ΔΕΕ έκρινε ότι στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας εμπίπτουν νομοθετικά μέτρα, τα οποία επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων κίνησης και θέσης, αλλά και νομοθετικά μέτρα, που τους επιβάλλουν την υποχρέωση παροχής στις εθνικές αρχές των δεδομένων αυτών. Αντιθέτως, όταν τα κράτη μέλη θέτουν απευθείας σε εφαρμογή μέτρα παρεκκλίνοντα από το απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς να επιβάλλουν υποχρεώσεις επεξεργασίας στους παρόχους τέτοιων υπηρεσιών, η προστασία των προσώπων, στα οποία αφορούν τα μέτρα, δεν διέπεται από την ως άνω Οδηγία 2002/58, αλλά μόνο από το εθνικό δίκαιο (ΔΕΕ, υποθέσεις HYA, IP, DD, ZI, SS, C-349/21 σκ. 36, Privacy International, C-623/17 σκ. 39, 46-49, La Quadrature du Net, (συνεκδ. υποθέσεις C-511/18, 512/18, 520/18 σκ. 96, 103).

Συνεπώς, οι εθνικές αρχές, για τις δραστηριότητές τους, που αναφέρονται στην πρόσβασή τους στο περιεχόμενο και στα δεδομένα επικοινωνίας (όπως παρακολούθηση, υποκλοπή, έρευνα, συλλογή, αποθήκευση, διαβίβαση σε τρίτους), εφόσον διενεργούν αυτοτελώς τις επιχειρησιακές τους επεμβάσεις, για τους ανωτέρω σκοπούς, υπόκεινται μόνο στις διατάξεις του Συντάγματος και της εσωτερικής νομοθεσίας, αλλά και της ΕΣΔΑ, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αντιθέτως, εφόσον η πρόσβαση γίνεται μέσω των εταιρειών παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών, επιβάλλοντας υποχρεώσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σ' αυτές, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της ως άνω οδηγίας, συνακόλουθα δε και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως δε κρίθηκε στην πρόσφατη, από 4-10-2024 απόφαση του ΔΕΕ CG, C-548/21, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2002/58, δηλαδή δεν εμπίπτει στην προστασία του απορρήτου των δεδομένων επικοινωνίας η απόπειρα των αστυνομικών αρχών να αποκτήσουν απευθείας πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (ψηφιακά δεδομένα), που περιέχονταν σε κινητό τηλέφωνο υπόπτου, χωρίς να έχει ζητηθεί παρέμβαση παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Σημειώνεται επίσης ότι, με την ως άνω Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη με τον ν. 4624/2019 (Δ' Κεφάλαιο), θεσπίζονται κανόνες, που αφορούν στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από αρμόδιες αρχές, όπως οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους. Στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων εμπίπτει και η διενέργεια ανακριτικών πράξεων, που αποσκοπούν στην συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού στην ποινική διαδικασία, εφόσον προϋποθέτουν ή συνεπάγονται την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως η άρση του απορρήτου επικοινωνιών κατηγορουμένου ή η κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων και η έρευνα, όπως η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επ' αυτών. Υπογραμμίζεται δε, ιδιαίτερα, ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας αξιοποίησης των παρελθοντικών στοιχείων επικοινωνιών, ιδίως των ψηφιακών δεδομένων, που βρίσκονται αποθηκευμένα στους υλικούς φορείς των χρηστών, για τη διερεύνηση πλήθους εγκλημάτων (όσων δεν θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρά), θα επιφέρει σοβαρότατο πλήγμα στην αντεγκληματική πολιτική της χώρας. Επί του συναφούς δε ζητήματος, που αντιμετώπισε το ΔΕΕ, στην προαναφερόμενη υπόθεση CG, C-548/21, για την επιχειρηθείσα απόκτηση των ψηφιακών δεδομένων, που περιέχονταν στο κινητό τηλέφωνο υπόπτου, σε σχέση με την εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αποφάνθηκε (το ΔΕΕ), με ανάλογη συλλογιστική, ως ακολούθως: "Ωστόσο, εάν γινόταν δεκτό ότι μόνον η καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας μπορεί να δικαιολογήσει την πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, θα περιορίζονταν οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών προς διεξαγωγή έρευνας, κατά την έννοια της οδηγίας 2016/680, όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα εν γένει. Τούτο θα αύξανε τον κίνδυνο ατιμωρησίας για τα εν λόγω αδικήματα, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που ενδέχεται να έχουν τέτοια δεδομένα για τις ποινικές έρευνες. Επομένως, ένας τέτοιος περιορισμός θα παρέβλεπε την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων, που ασκούν οι εν λόγω αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, όπως τονίζεται στις αιτιολογικές της σκέψεις 10 και 11 και θα υπονόμευε τον επιδιωκόμενο με την οδηγία σκοπό της εγκαθίδρυσης ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης" (σκ. 97). Δηλαδή, εν τέλει, σε περίπτωση που υλοποιηθεί η ως άνω αδυναμία αξιοποίησης των αποθηκευμένων στους υλικούς φορείς των χρηστών ψηφιακών δεδομένων, για τη διερεύνηση όλων των μη "ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων", πέραν όλων των άλλων, η Ελλάδα θα κινδύνευε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει και το Ενωσιακό Δίκαιο. VI. Πάντως, για την πληρότητα των ανωτέρω ζητημάτων, προστίθεται ότι, με την από 10-2-2021 πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την κατάργηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (κανονισμός για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες" (Κανονισμός e-Privacy"), προβλέπεται η κατάργηση της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ του περιεχομένου και των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, που πλέον θα υπάγονται στην έννοια των δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και θα προστατεύονται εξίσου από το απόρρητο της επικοινωνίας. Εξάλλου, προβλέπεται ότι η προστατευόμενη από το απόρρητο ηλεκτρονική επικοινωνία δεν θα καλύπτει πλέον τη μετάδοση της επικοινωνίας μέχρι το χρονικό σημείο της παραλαβής του περιεχομένου της από τον παραλήπτη, αλλά, επιπλέον και τις αποθηκευμένες πληροφορίες, μετά την ολοκλήρωση της μετάδοσης, στον τερματικό εξοπλισμό (ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τηλέφωνα κλπ) των τελικών χρηστών (βλ. το υπ' αριθμ. 6087/10-2-2021 έγγραφο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της ΕΕ). Ωστόσο, εφόσον και στον βαθμό που αυτά υλοποιηθούν, ασφαλώς οι σχετικές ενωσιακές νομοθετικές ρυθμίσεις θα γίνουν με οργανωμένο τρόπο, αφού ληφθούν υπόψη οι θέσεις και οι ιδιαιτερότητες όλων των κρατών-μελών και με την πρόβλεψη μεταβατικών περιόδων, επιπλέον δε, μπορεί να γίνουν πρόσθετες νομοθετικές ρυθμίσεις στο εσωτερικό επίπεδο, σε αντίθεση με την προκείμενη δικαστική διαμόρφωση, από την πλειοψηφούσα άποψη, της έννοιας του άρθρου 19 του Συντάγματος, κατά τρόπο, που ουδέποτε ήταν στις προθέσεις του συνταγματικού νομοθέτη, με κινδύνους προσβολής της δικαιοκρατικής αρχής, αποδεικτικής κατάρρευσης εκκρεμών ποινικών υποθέσεων, που σχηματίσθηκαν (ιδίως από τη Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος του ΑΕΕ, οι οποίες αφορούν σε σοβαρές υποθέσεις, όπως διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας κλπ), για τις οποίες ευλόγως είχε θεωρηθεί ότι, για την έρευνα αποθηκευμένων ψηφιακών δεδομένων σε υλικούς φορείς, δεν απαιτείται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και ισχυρότατου πλήγματος στην αντεγκληματική πολιτική της χώρας.

VII. Αν και χαρακτηρίζεται ως "απόλυτο", το απόρρητο της επικοινωνίας αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδια συνταγματική διάταξη. Μέχρι την ισχύ του ν. 5002/2022, τα σχετικά θέματα ρύθμιζε ο εφαρμοστικός του Συντάγματος νόμος 2225/1994. Δεδομένου, όμως, του γεγονότος ότι, κατά τη ρύθμιση της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, δεν αναφερόταν ρητά στον νόμο ότι αυτή αφορούσε και στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, η νομολογία του Αρείου Πάγου, παρά την εισαγωγή της ως άνω νομοθεσίας από το 2005 και εντεύθεν, παρέμεινε στην άποψη ότι τα στοιχεία αυτά δεν εντάσσονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου περί απορρήτου και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται επ' αυτών οι διατάξεις για την άρση του απορρήτου (βλ. τις αναφερόμενες ανωτέρω αποφάσεις του Αρείου Πάγου για τη μη υπαγωγή των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος). Ειδικότερα, σύμφωνα με τον προϊσχύσαντα ν. 2225/1994, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των οριζόμενων στον νόμο σοβαρών εγκλημάτων, επιβαλλόταν, κατά βάση, με διάταξη του αρμόδιου Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών, μετά από αίτημα του Εισαγγελέα κατά την προανάκριση ή την προκαταρκτική εξέταση και του Ανακριτή κατά τη διάρκεια της ανάκρισης (άρθρ. 4). Όπως οριζόταν δε στο άρθρο 5 παρ. 2, 6, 7 και 8 του ως άνω νόμου: "2. Η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου, περιλαμβάνει, εκτός των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου, και τα εξής: α) το όνομα του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων λαμβάνεται το μέτρο της άρσης και τη διεύθυνση διαμονής τους, εφόσον είναι γνωστή, β) την αιτιολογία επιβολής της άρσης...... 6. Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις της διάρκειας αυτής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίσταση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν συνολικά τη διάρκεια των δέκα (10) μηνών. Το ανώτατο αυτό χρονικό όριο δεν ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρση διατάσσεται για λόγους εθνικής ασφάλειας. 7. Μετά τη λήξη της διάρκειας της άρσης, ή μετά τη λήξη του επιτρεπόμενου ανώτατου χρονικού ορίου της παύει αυτοδικαίως η άρση του απορρήτου. 8. Με διάταξη του οργάνου που επέβαλε την άρση μπορεί να διαταχθεί η παύση της και πριν από την πάροδο της ορισμένης διάρκειάς της, αν εκπληρώθηκε ο σκοπός ή έλειψαν οι λόγοι επιβολής του μέτρου". Εξάλλου, στον ν. 5002/2022, με τον οποίο ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα του απορρήτου των επικοινωνιών, οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 4 και 8 παρ. 4 έχουν ως ακολούθως: Άρθρο 6 ".....4. Το βούλευμα ή η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων, περιλαμβάνει: α) την αστυνομική αρχή ή τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή που ζητεί την άρση, β) την αξιόποινη πράξη, γ) τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του προσώπου κατά του οποίου διενεργείται η άρση, δ) την αιτιολογία επιβολής της άρσης, ιδίως την αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια διακρίβωσης του εγκλήματος με άλλο τρόπο, ε) τον σκοπό της άρσης, στ) τα μέσα ανταπόκρισης ή επικοινωνίας στα οποία επιβάλλεται η άρση, ζ) το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής, η) την εδαφική έκταση εφαρμογής, εφόσον απαιτείται για τις ανάγκες της άρσης, και την απολύτως αναγκαία χρονική διάρκεια της άρσης, θ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης, και ι) τα στοιχεία του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων επιβάλλεται η άρση". Άρθρο 8 "....4. Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίπτωση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση, η χρονική διάρκεια δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους δέκα (10) μήνες. Υπέρβαση του ορίου του δευτέρου εδαφίου επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις άρσης για λόγους εθνικής ασφάλειας, εφόσον στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που καθιστούν άμεση και εξαιρετικά πιθανή τη διακινδύνευση της εθνικής ασφάλειας και η εξακολούθηση της συνδρομής των στοιχείων αυτών επιβεβαιώνεται σε κάθε παράταση της ισχύος της άρσης. Μετά τη λήξη της διάρκειας της άρσης ή μετά τη λήξη του επιτρεπόμενου ανώτατου χρονικού ορίου της παύει αυτοδικαίως η άρση του απορρήτου. Σε κάθε περίπτωση, με διάταξη του οργάνου που επέβαλε την άρση διατάσσεται η παύση της και πριν από την πάροδο της ορισμένης διάρκειάς της, αν εκπληρώθηκε ο σκοπός ή εξέλειπαν οι λόγοι επιβολής του μέτρου". Με τις ως άνω διατάξεις του νέου νόμου, εντάχθηκαν ρητώς και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας στο πεδίο επιβολής της άρσης του απορρήτου (άρθρ. 6 παρ. 4 περ. ζ) και, συνεπώς, κατέστη πλέον αδιαμφισβήτητο ότι και αυτά υπάγονται στην προστασία του απορρήτου, όπως συνέβαινε και υπό την ισχύ του ν. 2225/1994, ερμηνευόμενου σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις των νόμων από το 2005 και εφεξής, που προεκτέθηκαν, όπως επιτάσσεται από το ενωσιακό δίκαιο. Η άρση του απορρήτου των εξωτερικών στοιχείων μπορεί να αναφέρεται στο μέλλον, όταν επιβάλλεται η άρση του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ενός προσώπου για τον εφεξής χρόνο, οπότε, συνήθως γίνεται συγχρόνως και άρση του απορρήτου του περιεχομένου των επικοινωνιών του. Μπορεί, όμως, να αναφέρεται στο παρελθόν, οπότε οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεούνται να χορηγήσουν στην αρμόδια αρχή, που ζητεί την άρση του απορρήτου, στοιχεία επικοινωνιών (μεταδεδομένα), που διατηρούν αποθηκευμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3917/2011. Όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 5002/2022 η διαδικασία άρσης του απορρήτου ρυθμίζεται με όμοιο τρόπο με αυτόν του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 (άρθρ. 5 παρ. 6), προσήκουσα δηλαδή σε μελλοντική άρση, επιβαλλόμενη για χρονικό διάστημα μέχρι δύο μήνες κάθε φορά, που μπορεί να παραταθεί, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης, με μέγιστη συνολική χρονική διάρκεια, κατά τον ν. 5002/2022, τους δέκα (10) μήνες, ενώ, με τον προγενέστερο νόμο, ήταν δώδεκα (12) μήνες. Η άποψη ότι, εφόσον δεν γίνεται διάκριση στον νόμο, η ίδια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί και στην περίπτωση άρσης του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν ζητούνται παρελθοντικά στοιχεία, οπότε, σε κάθε περίπτωση, πρέπει, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, να ζητηθούν αρχικά στοιχεία για ένα δίμηνο, στη συνέχεια, εφόσον είναι αναγκαίο, στοιχεία για ένα ακόμη δίμηνο κ.ο.κ, μέχρι τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος, υπό τον προϊσχύσαντα νόμο, δώδεκα (12) μηνών και ήδη δέκα (10) μηνών, κρίνεται εσφαλμένη. Πράγματι, η δόμηση της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, στο άρθρο 5 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και στο άρθρο 8 παρ. 4 του ισχύοντος ν. 5002/2022, για χρονικό διάστημα μέχρι δύο μήνες αρχικά και, στη συνέχεια, με παρατάσεις της, διάρκειας επίσης μέχρι δύο μηνών κάθε φορά, με την ίδια διαδικασία και με τους ίδιους όρους, μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου νόμιμου χρονικού διαστήματος, έγινε με βάση την αρχή της αναλογικότητας, έτσι ώστε τα αρμόδια όργανα, που επιλαμβάνονται για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών προς διακρίβωση εγκλημάτων (ήτοι συνήθως ο ανακριτής, που ζητεί την άρση του απορρήτου, ο εισαγγελέας, που προτείνει και το δικαστικό συμβούλιο, που αποφασίζει), να αποφαίνονται κάθε φορά για την ανάγκη παράτασης ή όχι της άρσης του απορρήτου με βάση τα μέχρι τότε προκύψαντα (κυρίως από την παρακολούθηση) στοιχεία, έτσι ώστε η διάρκεια του ως άνω επαχθούς μέτρου να μην ξεπερνά το αναγκαίο όριο. Ειδικότερα, η ουσιώδης διαφοροποίηση της άρσης του απορρήτου για το μέλλον, σε σχέση με την άρση αυτού για το παρελθόν, έγκειται στο γεγονός ότι, στην πρώτη περίπτωση, (κατά την οποία υφίσταται μια δυναμική διαδικασία), η διάρκεια της άρσης εξαρτάται μεν από το υλικό της δικογραφίας (για την πρώτη χρονική περίοδο της άρσης), ενώ για τις επόμενες (δίμηνες συνήθως) παρατάσεις εξαρτάται κυρίως από τα προκύπτοντα ευρήματα κατά τη διάρκεια της μέχρι τότε παρακολούθησης του υπόπτου ή κατηγορουμένου, έτσι ώστε να αποφασίζεται κάθε φορά αν είναι αναγκαίο ή όχι να συνεχίζεται η άρση του απορρήτου και η παρακολούθηση. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, (που αφορά σε μια στατική κατάσταση), τα ως άνω αρμόδια όργανα αποφαίνονται για τη διάρκεια της άρσης του απορρήτου των παρελθοντικών στοιχείων αποκλειστικά με βάση τα δεδομένα της δικογραφίας, έχοντας εποπτεία και γνώση από αυτήν του αναγκαίου συνολικού χρονικού διαστήματος της άρσης του απορρήτου. Εξάλλου, η ανωτέρω άποψη παραβλέπει το γεγονός ότι, είτε ανευρίσκονται είτε δεν ανευρίσκονται κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία από την άρση του απορρήτου του πρώτου διμήνου, αναγκαία είναι και η έρευνα του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, για το οποίο είχε κριθεί εξαρχής ότι ήταν επιβεβλημένη η άρση του απορρήτου, (εφόσον είναι δυνατό, ανεξαρτήτως της τυχόν ανυπαρξίας ευρημάτων στο πρώτο δίμηνο, να βρεθούν αναζητούμενα στοιχεία κατά το δεύτερο δίμηνο), γι' αυτό το ίδιο ισχύει και μετά την έρευνα του δεύτερου διμήνου κ.ο.κ. Όμως, η υιοθέτηση της ως άνω εκδοχής, πέραν της απουσίας οποιασδήποτε εύλογης αιτίας και της ανώφελης απασχόλησης των εμπλεκόμενων εισαγγελικών και δικαστικών παραγόντων, ασφαλώς συνεπάγεται δυσλειτουργίες και μεγάλες καθυστερήσεις στη διερεύνηση των υποθέσεων. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αστυνομίας, που ερευνούν τα ψηφιακά δεδομένα (Δ.Ε.Ε. και Υ.Ε.Ε.Β.Ε) και έχουν να διεκπεραιώσουν χιλιάδες υποθέσεων, δεν είναι δυνατό, βέβαια, να ξεκινούν την έρευνα μιας συσκευής για ένα δίμηνο, να σταματούν την έρευνα, να περιμένουν εντολή για το επόμενο δίμηνο (μη γνωρίζοντας στο μεταξύ αν πρέπει να συντάξουν ή όχι κάποιο οριστικό πόρισμα), να εκκινούν εκ νέου την έρευνα μετά από νέα εντολή κ.ο.κ. Εξαιτίας δε αυτού του χρονικού "κατακερματισμού" των ερευνών, επόμενο είναι να προκαλούνται τεράστιες καθυστερήσεις ή ημιτελείς έρευνες, κατά περίπτωση, στις προανακριτικές και ανακριτικές διαδικασίες. Επιπλέον, υφίστανται σοβαρότατοι κίνδυνοι ακυροτήτων και αποδεικτικής αποδυνάμωσης των εκκρεμών υποθέσεων, εφόσον θεωρηθεί ότι μη νομίμως διατάχθηκε και διενεργήθηκε η έρευνα των ψηφιακών δεδομένων εξαρχής, για μεγαλύτερο του διμήνου χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι θα προκύπτει αποδεικτικό υλικό, που θα θεωρείται ως παρανόμως κτηθέν. Τέλος, πέραν των ανωτέρω, με την ως άνω αποκρουόμενη εκδοχή, προκαλείται μια ακόμη δυσμενέστατη συνέπεια. Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, βάσει του ν. 3917/2011, μετά την πάροδο του δωδεκαμήνου, τα αποθηκευμένα από τους παρόχους των τηλεπικοινωνιών μεταδεδομένα καταστρέφονται με αυτοματοποιημένο τρόπο. Επομένως, στην περίπτωση που, για παράδειγμα, ο ανακριτής κάποιας υπόθεσης κρίνει εξαρχής αναγκαία, για τη διερεύνησή της, την άρση του απορρήτου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου, με την εφαρμογή της ως άνω διαδικασίας των διαδοχικών δίμηνων παρατάσεων, τελικά, λόγω της καθυστέρησης, θα μπορεί να έχει πρόσβαση μόνο στα δεδομένα του τελευταίου εξαμήνου, διότι τα προηγούμενα θα έχουν καταστραφεί, με πρόδηλες τις δυσμενείς συνέπειες στην αντιμετώπιση του εγκλήματος.

Συνεπώς, κατ' αναλογική απλώς εφαρμογή της ως άνω δικονομικής φύσης διάταξης, στην οποία, από νομοθετική αβλεψία, δεν γίνεται διάκριση για τις άρσεις του απορρήτου, που ανάγονται στο μέλλον ή στο παρελθόν και με τελολογική - λογική ερμηνεία της διάταξης, επί αιτήματος άρσης του απορρήτου εξωτερικών στοιχείων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που ανάγονται στο παρελθόν, αυτή δεν διενεργείται με την διαδοχική ανά δίμηνο άρση του, αλλά επιβάλλεται εξαρχής η άρση του απορρήτου για όλη την αναγκαία χρονική περίοδο, που μπορεί να εκτείνεται μέχρι τη μέγιστη χρονική διάρκεια, που υποχρεούνται να διατηρούν οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών μεταδεδομένα, ήτοι αυτή των δώδεκα (12) μηνών και όχι μόνο των δέκα (10) μηνών, που προβλέπεται στον ισχύοντα νόμο για τις αναγόμενες στο μέλλον άρσεις του απορρήτου, καθόσον πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις, αφού, στην τελευταία περίπτωση, επιδιώκεται να έχει την ελάχιστη δυνατή διάρκεια το επαχθές μέτρο της διενεργούμενης άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών (παρακολούθησης), ενώ, στην πρώτη περίπτωση, οι επικοινωνίες έχουν ήδη λάβει χώρα και, απλώς, για την άρση του απορρήτου πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, έτσι ώστε να ζητηθούν εξαρχής εξωτερικά στοιχεία των επικοινωνιών μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο για τη διενεργούμενη έρευνα. Συναφώς δε, επισημαίνεται ότι δεν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, μολονότι επιβάλλεται από τον νόμο η διατήρησή τους, τα αποθηκευμένα από τους παρόχους δεδομένα των τελευταίων δύο μηνών (από τον δέκατο μέχρι και τον δωδέκατο), έστω και αν περιέχουν χρήσιμα στοιχεία, δεν μπορούν να αξιοποιούνται από τις αρχές. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, τα αποθηκευμένα σε τερματικό εξοπλισμό (ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα κλπ.) ψηφιακά στοιχεία (περιεχόμενο και μεταδεδομένα), τα οποία αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία, που προηγήθηκε και περατώθηκε, δεν προστατεύονται από το απόρρητο των επικοινωνιών.

Συνεπώς, δεν εφαρμόζεται, για τη δικαστική διερεύνηση αυτών, η διαδικασία της άρσης του απορρήτου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 2225/1994 και ήδη του ν. 5002/2022. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη, που εκτενώς αντικρούσθηκε ανωτέρω, η υποστηριζόμενη από την πλειοψηφούσα γνώμη θέση, ότι και για τη διερεύνηση του ψηφιακού αυτού εξοπλισμού απαιτείται η τήρηση της οριζόμενης στους ως άνω νόμους διαδικασίας άρσης του απορρήτου και μάλιστα με τη διαδοχική ανά δίμηνο άρση αυτού, (θέση που επίσης αντικρούσθηκε ανωτέρω, σε σχέση με την αναζήτηση μεταδεδομένων από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών), πέραν των όσων προεκτέθηκαν, οδηγεί και σε περαιτέρω άτοπα. Συγκεκριμένα, υπό την εκδοχή αυτή, το μέγιστο χρονικό διάστημα διερεύνησης του ψηφιακού εξοπλισμού θα καθοριζόταν αναγκαίως από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη 8 παρ. 4 του ισχύοντος ν. 5002/2022, δηλαδή δεν θα μπορούσε να υπερβεί τους δώδεκα (12) και δέκα (10) μήνες αντιστοίχως.

Συνεπώς, ακόμη και αν υπάρχουν στοιχεία για σοβαρά εγκλήματα στα ψηφιακά δεδομένα των ερευνώμενων υλικών φορέων, που ανάγονται σε παρελθόντα χρόνο πέραν του δεκαμήνου, αυτά δεν θα μπορούν να ερευνηθούν και αξιοποιηθούν, π.χ. εφόσον πρόκειται για μια ανθρωποκτονία, που τελέσθηκε προ διετίας ή για μια εγκληματική οργάνωση, που έδρασε μέχρι πριν ένα έτος, για μια πενταετία. Αν δε αυτό συμβεί, θα προκαλούνται ακυρότητες και, πιθανότατα, θα καταρρεύσουν αποδεικτικά πολλές εκκρεμείς υποθέσεις. Ασφαλώς, όμως, αυτό δεν είναι εύλογο, ούτε θα μπορούσε να είναι στις προθέσεις του νομοθέτη, καθόσον, χωρίς κάποια εύλογη αιτία, προκαλείται ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα στην αντεγκληματική πολιτική της χώρας.

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, κρίνεται ότι α) επί αιτήματος άρσης του απορρήτου εξωτερικών στοιχείων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που ανάγονται στο παρελθόν, από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αυτή δεν πρέπει να διενεργείται με την διαδοχική ανά δίμηνο άρση του, αλλά επιβάλλεται εξαρχής η άρση του απορρήτου για όλη την αναγκαία χρονική περίοδο, που μπορεί να εκτείνεται μέχρι τη μέγιστη χρονική διάρκεια, που υποχρεούνται να διατηρούν οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών μεταδεδομένα, ήτοι αυτή των δώδεκα (12) μηνών και όχι μόνο των δέκα (10) μηνών, που προβλέπεται στον νόμο για τις αναγόμενες στο μέλλον άρσεις του απορρήτου, ενώ β) για την έρευνα των ψηφιακών δεδομένων, που βρίσκονται σε υλικούς φορείς ή στο υπολογιστικό νέφος (cloud computing), δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, εφόσον δεν απαιτείται προς τούτο η τήρηση των διατάξεων για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, καθόσον ούτε από το Σύνταγμα επιβάλλεται αυτό, ούτε οι σχετικοί νόμοι (προηγουμένως ο ν. 2225/1994 και ήδη ο ν. 5002/2022) προβλέπουν κάτι τέτοιο, η δε κατάσχεση και διερεύνησή τους πρέπει να γίνεται με την τήρηση της προσήκουσας αυτοτελούς ανακριτικής διαδικασίας, ήτοι με την εφαρμογή του άρθρου 265 ΚΠΔ, με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 251 παρ. 2 ΚΠΔ) και με παράλληλη εφαρμογή των οριζόμενων στην Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, όπως ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, στα άρθρα 43 επ. του ν. 4624/2019 (Δ' Κεφάλαιο), χωρίς οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό. VIII. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προαναφερόμενες επιφυείς "Over The Top" (ΟΤΤ)] υπηρεσίες επικοινωνιών, για τις οποίες πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται ότι αυτές δεν παρέχονται, μέσω του δημόσιου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών από παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εγκατεστημένους στην Ελλάδα, αλλά από επιχειρήσεις που εδρεύουν στην αλλοδαπή.

Συνεπώς, δεν υπόκεινται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), ενώ, εξαιτίας του γεγονότος ότι η επικοινωνία σ' αυτές διενεργείται με κρυπτογράφηση από άκρο σε άκρο (end-to-end encryption), η άρση του απορρήτου στις περιπτώσεις αυτές, είναι δυσχερέστατη. Ωστόσο, λόγω της γενικότητας των ρυθμίσεων του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του ν. 5002/2022 για την άρση του απορρήτου, αυτή μπορεί να διαταχθεί και στις περιπτώσεις των επιφυών επικοινωνιών και υλοποιείται στον βαθμό που υπάρχει η σχετική δυνατότητα, είτε σε συνεργασία με τις παραπάνω εταιρείες, μέσω διαδικασίας δικαστικής συνδρομής ή με άλλον πρόσφορο τρόπο (πρβλ. άρθρ. 5 άρ. 4 και 7 περ. β' π.δ. 47/2005). Ασφαλώς, όμως, για τα ψηφιακά δεδομένα αυτών των επικοινωνιών, που βρίσκονται αποθηκευμένα στους υλικούς φορείς των χρηστών ή στο υπολογιστικό νέφος, εφαρμόζονται όλα τα προεκτεθέντα, για την έρευνα αυτών.

IX. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κατά την μειοψηφούσα άποψη, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αιτών ισχυρίζεται ότι μη σύννομα διενεργήθηκαν πράξεις άρσης του απορρήτου των επίδικων επιφυών επικοινωνιών από τη ΔΕΕ, η οποία συνέταξε την υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος της άρσης του απορρήτου, όπως, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), θα έπρεπε να είχε διαταχθεί με το υπ' αριθμ. 1182/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, (το οποίο δεν έθεσε κάποιον χρονικό περιορισμό), αλλά και ότι μη σύννομα η όλη διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε εντός της μέγιστης χρονικής διάρκειας, για την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, θα μπορούσε να αρθεί το απόρρητο (ήτοι των δώδεκα μηνών βάσει του προγενέστερου ν. 2225/1994 και των δέκα μηνών του ήδη ισχύοντος ν. 5002/2022), κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι, εφόσον πρόκειται για έρευνα ψηφιακών δεδομένων, που βρίσκονται σε κατασχεθέντες υλικούς φορείς, δεν απαιτείται η τήρηση των σχετικών διατάξεων για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η άποψη ότι, για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών στον ως άνω κατασχεθέντα ψηφιακό εξοπλισμό, απαιτείται σχετική απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 265 ΚΠΔ, που προβλέπει τη σχετική κατάσχεση και έρευνα ως μία αυτοτελή ανακριτική διαδικασία, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αυτή (η άρση του απορρήτου) διατάσσεται εξαρχής για όλη την αναγκαία χρονική περίοδο και η σχετική διαδικασία δεν διενεργείται με την διαδοχική ανά δίμηνο άρση του απορρήτου. Επιπλέον, σημειώνεται ότι, εφόσον διαταχθεί νομίμως η έρευνα των ψηφιακών στοιχείων, που βρίσκονται αποθηκευμένα σε κατασχεθέντα ψηφιακό εξοπλισμό, ουδεμία επιρροή ασκεί, στη νομιμότητα της όλης διαδικασίας, ο χρόνος σύνταξης της σχετικής έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, που μπορεί να διενεργείται και να ολοκληρώνεται πολύ αργότερα, σε σχέση με το χρονικό σημείο κατά το οποίο διατάχθηκε, χωρίς βέβαια να συνάπτεται ο χρόνος διενέργειάς της με το χρονικό διάστημα, για το οποίο διατάχθηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αρκεί βέβαια η εργαστηριακή εξέταση να αφορά στα πειστήρια για τα οποία διατάχθηκε η έρευνα και να τηρούνται οι προϋποθέσεις που τυχόν τέθηκαν για τη διενέργειά της, όπως, για παράδειγμα, ως προς το τεθέν, ενδεχομένως, χρονικό εύρος της εξέτασης και ως προς το αντικείμενό της.".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά την γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 41/14-3-2024 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα συζήτηση με άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (αρθ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την υπ' αριθμ. 41/14-3-2024 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από δικαστές εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2026.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

πίσω

Επικοινωνία / Contact us

Διεύθυνση

Δικηγορικό Γραφείο Β. Τσιότσικας & Συνεργάτες

ITLawyers

Αγγέλου Τερζάκη 5
Νέα Ερυθραία ΤΚ 146 71

Τηλ- email

+30 2108076318
info@itlawyers.gr

Το δικηγορικό γραφείο Τσιότσικας & Συνεργάτες - ITLawyers είναι ένα σύγχρονο δικηγορικό γραφείο το οποίο εδρεύει στην Νέα Ερυθραία (Κηφισιά) Αττικής με ειδίκευση σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα και νομικές οντότητες.

Μη διστάσετε να μας αποστείλετε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να θέσετε υπ' όψιν μας την υπόθεσή σας.

Σύντομα ένας συνεργάτης μας θα επικοινωνήσει μαζί σας.